Ο Πέδρο Σάντσες, ο Σοσιαλιστής πρωθυπουργός της Ισπανίας, πρόσφατα εξέφρασε τη θέση της χώρας του στις ακραίες και «βοναπαρτικές» απαιτήσεις του Ντόναλντ Τραμπ για ευρωπαϊκή υποστήριξη στην ισραηλινοαμερικανική στρατηγική κατά του Ιράν. Αρνήθηκε κάθε δυνατότητα, ακόμη και έμμεσης, συμμετοχής της Ισπανίας στον προβληματικό πόλεμο στον Κόλπο.
Ο Σάντσες ακολούθησε το προφανές, το οποίο όμως αναδεικνύει τη σύγχρονη πραγματικότητα υπό τις πολιτικές του Τραμπ: Δεδομένου ότι η Ισπανία δεν είναι γεωγραφικά κοντά ούτε διαθέτει τις ίδιες στρατηγικές συνδέσεις με άλλες χώρες, όπως η Κύπρος, δεν είχε κανέναν λόγο να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του Αμερικανού προέδρου.
Σε μία εποχή που η Ευρώπη κατηγορείται ότι αποτελεί παράρτημα των ΗΠΑ, η απόφαση της Ισπανίας να μην επιτρέψει τη χρήση στρατιωτικών βάσεων για επιθέσεις κατά του Ιράν είναι μία σπάνια και σημαντική εξαίρεση. Η κυβέρνηση του Σάντσες ξεκαθάρισε ότι οι βάσεις Ρότα και Μορόν δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για επιθετικές ενέργειες εναντίον της Τεχεράνης, στέλλοντας ένα ισχυρό μήνυμα που ξεπερνά το συγκεκριμένο θέμα.
Αυτή η απόφαση πέρα από μία απλή διπλωματική διαφωνία αγγίζει την ουσία της ευρωπαϊκής πολιτικής ανεξαρτησίας. Στις περιπτώσεις που η Ευρώπη συχνά παραμένει σιωπηλή ή αμήχανη μπροστά σε διεθνείς κρίσεις, η στάση της Ισπανίας επαναφέρει στην επιφάνεια την πολιτική αξιοπρέπεια της ηπείρου.
### Άρνηση για τις βάσεις: Δίχτυ προστασίας
Η κρίση εκδηλώθηκε όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες ζήτησαν τη χρήση των ισπανικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων στη Ρότα και τη Μορόν για στρατιωτικές επιθέσεις κατά του Ιράν. Αυτές οι βάσεις είναι κρίσιμες για την αμερικανική στρατηγική στη Μεσόγειο και λειτουργούν για πολλές δεκαετίες με βάση διμερείς συμφωνίες μεταξύ Ισπανίας και ΗΠΑ.
Ωστόσο, η ισπανική κυβέρνηση λύγισε αρνητικά, δηλώνοντας ότι τέτοιες επιθετικές ενέργειες δεν καλύπτουν τις υφιστάμενες συμφωνίες και απαιτούν διεθνή έγκριση. Ουσιαστικά, η Μαδρίτη αρνήθηκε να γίνει ορμητήριο σε έναν πόλεμο που δεν υποστηρίζεται από το διεθνές δίκαιο.
Η απόφαση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς η Ισπανία ήταν παραδοσιακά ένας από τους πιο πιστούς συμμάχους των ΗΠΑ στη νότια Ευρώπη. Από τη δεκαετία του 1950, οι αμερικανικές βάσεις στη χώρα αποτέλεσαν κεντρικό σημείο για στρατιωτικές επεμβάσεις στη Μεσόγειο και πέρα από αυτή.
Επομένως, η άρνηση της Μαδρίτης να επιτρέψει τη χρήση τους σε κρίσιμη στιγμή δεν ήταν απλώς μια διαδικαστική κίνηση. Ήταν ένα πολιτικό μήνυμα.
### Συγκρούσεις με τον Τραμπ
Η αντίδραση από την Ουάσινγκτον ήταν σφοδρή. Ο Τραμπ κατηγόρησε την Ισπανία ότι βλάπτει τη δυτική συμμαχία και απείλησε με οικονομικές κυρώσεις, προτάσσοντας μάλιστα την πιθανότητα διακοπής εμπορικών σχέσεων.
Η αντίδραση αυτή δεν ήρθε ως έκπληξη. Ο Τραμπ έχει συχνά επιμείνει επί της πολιτικής πίεσης για μεγαλύτερη στρατιωτική συμβολή από τους συμμάχους του, απαιτώντας πλήρη ευθυγράμμιση με τις στρατηγικές των ΗΠΑ.
Ωστόσο, η Ισπανία διάλεξε να μην ακολουθήσει αυτούς τους δρόμους, και η στάση της επεκτείνεται πέρα από τη συζήτηση για το Ιράν.
### Το ζήτημα της στρατιωτικής χρηματοδότησης
Η διαφωνία μεταξύ Μαδρίτης και Ουάσινγκτον εκδηλώθηκε επίσης στο πεδίο των αμυντικών δαπανών του ΝΑΤΟ. Οι ΗΠΑ ασκούν πίεση στους ευρωπαίους συμμάχους να αυξήσουν τις στρατιωτικές τους δαπάνες, με στόχο να φτάσουν το 5% του ΑΕΠ.
Η ισπανική κυβέρνηση έχει ξεκαθαρίσει ότι δεν σκοπεύει να υπογράψει για έναν τέτοιο στόχο. Ο Σάντσες έχει χαρακτηρίσει αυτή την πρόταση «υπερβολική και αντιπαραγωγική», υποστηρίζοντας ότι θα επηρεάσει την οικονομική σταθερότητα και το κοινωνικό κράτος.
Με αυτόν τον τρόπο, η Ισπανία αμφισβητεί ευθέως την αντίληψη ότι η ευρωπαϊκή ασφάλεια πρέπει να συνδέεται αποκλειστικά με τη στρατιωτικοποίηση, κάτι που δεν αντικατοπτρίζει τη λογική πολλών δυτικών συμμάχων.
### Μία διαφορετική ευρωπαϊκή θέση
Η πολιτική γραμμή που ακολουθεί η ισπανική κυβέρνηση άλλοτε συνδέεται με μια πιο ευρύτερη στρατηγική: τη διαμόρφωση μιας «ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας». Αυτή η έννοια, που κερδίζει σταδιακά έδαφος στις Βρυξέλλες, αναφέρεται στην ικανότητα της Ευρώπης να διαμορφώνει μια ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική χωρίς να είναι εντελώς εξαρτημένη από την Ουάσινγκτον.
Ωστόσο, πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις συνεχίζουν να ακολουθούν τυφλά τις κατευθύνσεις της Ουάσινγκτον, ειδικά σε στρατηγικά ζητήματα.
Η Ισπανία, τουλάχιστον αυτή τη φορά, επέλεξε έναν εναλλακτικό δρόμο:
– Αρνήθηκε να συμμετάσχει σε πόλεμο χωρίς ξεκάθαρη διεθνή έγκριση.
– Αρνήθηκε να αυξήσει δραστικά τις στρατιωτικές δαπάνες υπό εξωτερικώς επιβαλλόμενη πίεση.
– Αρνήθηκε να μετατρέψει τις στρατιωτικές της εγκαταστάσεις σε εργαλείο μίας πλευρικής στρατηγικής.
### Η «χαμένη τιμή» της Ευρώπης
Πολλοί αναλυτές επισημαίνουν ότι αυτή η στάση έχει και πιο βαθύ συμβολισμό. Η Ευρώπη έχει κατηγορηθεί ότι έχει χάσει την αυτοπεποίθησή της, ότι έχει γίνει γεωπολιτικός χώρος που απλώς ακολουθεί τις εξελίξεις.
Η κατάσταση στο Ιράν αναδεικνύει αυτή τη διάσταση. Σε αυτό το πλαίσιο, η στάση της Ισπανίας υπογραμμίζει ότι η Ευρώπη μπορεί και πρέπει να αποκτήσει τη δική της φωνή, όχι ως αντίπαλος των ΗΠΑ αλλά ως ισότιμος εταίρος, σαν πολιτικός φορέας που ορίζει τις αρχές του.
Αυτό είναι κρίσιμο, καθώς η συμμαχία δεν ισοδυναμεί με υπακοή.
### Το ερώτημα του μέλλοντος
Ανακύπτει το ερώτημα αν η στάση της Ισπανίας θα είναι μια μοναδική περίπτωση ή μια αρχή μιας ευρύτερης ευρωπαϊκής αλλαγής. Μέχρι σήμερα, ελάχιστες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έχουν εκφραστεί ορθά απέναντι στις αμερικανικές πιέσεις.
Οι αποφάσεις της Μαδρίτης δείχνουν ότι κάτι τέτοιο είναι πολιτικά εφικτό, και ίσως αυτό να είναι το πιο σημαντικό στοιχείο. Αν η ισπανική στάση αποτελεί την αφετηρία σε αυτή την κατεύθυνση, τότε ο Πέδρο Σάντσες δεν έκανε απλώς μια διπλωματική επιλογή — υπενθύμισε ότι η Ευρώπη μπορεί ακόμα να πει «όχι».




