Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να αναστείλει τη συμφωνία ΕΕ–Mercosur και να την παραπέμψει στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν συνιστά ακύρωση, αλλά λειτουργεί ως ένα ουσιαστικό θεσμικό «φρένο», που ενέχει σοβαρές πολιτικές και νομικές επιπτώσεις. Στην ουσία, «παγώνει» τη διαδικασία και μεταφέρει την τύχη της συμφωνίας σε νομικές διαστάσεις.
Τί ακριβώς έπραξε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο: δεν επικύρωσε τη συμφωνία, ανέστειλε τη διαδικασία, και ζήτησε νομική αξιολόγηση από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (CJEU).
Αυτό συμβαίνει όταν υπάρχει αμφιβολία αν μια διεθνής συμφωνία είναι συμβατή με το ευρωπαϊκό δίκαιο, τις Συνθήκες της ΕΕ ή τις αρμοδιότητες των θεσμικών οργάνων.
Η απόφαση της ευρωβουλής μπορεί να εξηγεί εν μέρει γιατί η συμφωνία έχει βαλτώσει εδώ και χρόνια και γιατί το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προχώρησε σε ένα θεσμικό φρένο. Το κρίσιμο σημείο της νομικής αξιολόγησης είναι αν το ΔΕΕ χαρακτηρίσει τη συμφωνία «μεικτή». Σε αυτή την περίπτωση, απαιτείται επικύρωση από όλα τα εθνικά κοινοβούλια, άρα μια Γαλλία ή μία Αυστρία αρκούν για να τη… «θάψουν».
Αυτός είναι ο λόγος που το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επιλέγει μια «αμυντική» προσέγγιση, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή βρίσκεται υπό πίεση, και η παραπομπή στο Δικαστήριο της ΕΕ είναι πολιτικά ευαίσθητη.
Η αναστολή αυτή καθορίστηκε από τη συμμαχία Πρασίνων, Αριστεράς, τμήματος του S&D και μερικών από EPP που σχημάτισαν μια θεσμική πλειοψηφία επιφυλάξεων.
Δεν υπήρξε πλειοψηφία υπέρ της άμεσης επικύρωσης, καθώς οι μεγάλες ομάδες δεν μπόρεσαν να επιβάλουν πειθαρχία, ενώ και το αγροτικό και περιβαλλοντικό κόστος ανησύχησε τους κεντρώους ευρωβουλευτές.
Με οριακή πλειοψηφία, μόλις 10 Ευρωβουλευτών, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο «πάγωσε» τη συμφωνία και την παρέπεμψε στο Δικαστήριο της ΕΕ για να κρίνει τη νομική της βάση.
Υπέρ της παραπομπής της Συμφωνίας ψήφισαν 334, κατά 324 και είχαμε 10 αποχές. Αυτή η εξέλιξη ίσως καθυστερήσει την εφαρμογή της έως δύο χρόνια ή ακόμη και να την ακυρώσει πλήρως.
Η συμφωνία ΕΕ-Mercosur, που υπεγράφη στις 17 Ιανουαρίου, είναι αποτέλεσμα διαπραγματεύσεων που διήρκεσαν πάνω από 25 χρόνια.
Γιατί παραπέμπεται στο ΔΕΕ – Ποια είναι τα νομικά ζητήματα
Η παραπομπή σχετίζεται κυρίως με τέσσερα σημαντικά ερωτήματα:
- Αρμοδιότητες της ΕΕ έναντι των κρατών-μελών.
Υπάρχει αμφισβήτηση σχετικά με το αν η συμφωνία είναι αποκλειστική αρμοδιότητα της ΕΕ, ή αν πρόκειται για μεικτή συμφωνία που προϋποθέτει επικύρωση και από όλα τα εθνικά κοινοβούλια. Αν το ΔΕΕ αποφασίσει ότι πρόκειται για μεικτή, τότε η συμφωνία θα συναντήσει σοβαρές δυσκολίες, λόγω των βέτο από εθνικά κοινοβούλια.
- Περιβαλλοντικές και κλιματικές δεσμεύσεις
Η συμφωνία ΕΕ–Mercosur έχει γίνει στόχος σφοδρής κριτικής για την αποψίλωση του Αμαζονίου, την ανεπαρκή δέσμευση για το κλίμα και πιθανές συγκρούσεις με την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία. Το ΔΕΕ καλείται να διευκρινίσει αν η συμφωνία σέβεται τις νομικά δεσμευτικές περιβαλλοντικές υποχρεώσεις της ΕΕ.
- Προστασία ευρωπαϊκών παραγωγών
Υπάρχουν ερωτήματα αν παραβιάζονται κανόνες ίσης μεταχείρισης, αν υπονομεύεται η αγροτική πολιτική της ΕΕ και αν δημιουργείται αθέμιτος ανταγωνισμός (π.χ. σε προϊόντα όπως το βοδινό κρέας και η ζάχαρη). Το ζήτημα αυτό είναι πολιτικό, αλλά ενδέχεται να εξελιχθεί και σε νομικό θέμα.
- Δημοκρατική νομιμοποίηση
Με την παραπομπή, το Κοινοβούλιο στέλνει και ένα μήνυμα: «Δεν θα εγκρίνουμε μια τόσο σημαντική συμφωνία χωρίς πλήρη νομική διασφάλιση». Αυτό συνιστά έμμεση αμφισβήτηση της διαχείρισης των διαπραγματεύσεων από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Τι σημαίνει πρακτικά για τη συμφωνία
Βραχυπρόθεσμα, η στάση της ευρωβουλής σημαίνει ότι η συμφωνία παγώνει για άγνωστο χρονικό διάστημα. Δεν μπορεί να τεθεί σε εφαρμογή ούτε προσωρινά, και η πολιτική συζήτηση μεταφέρεται… στα δικαστήρια.
Μεσοπρόθεσμα, θα εξαρτηθεί από την απόφαση του ΔΕΕ αν η συμφωνία είναι συμβατή (τότε η διαδικασία ξαναρχίζει, αν και πολιτικά αποδυναμωμένη) ή αν εντοπιστούν νομικά προβλήματα (τότε η συμφωνία θα πρέπει να επανασχεδιαστεί ή να χωριστεί). Αυτό θα μπορούσε να σημαίνει σημαντική καθυστέρηση.
Μακροπρόθεσμα, το πολιτικό μήνυμα είναι σημαίνουσας σημασίας, καθώς η απόφαση δείχνει ότι οι εμπορικές συμφωνίες δεν εκτελούνται πλέον “αυτόματα”, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο διεκδικεί ενισχυμένο ρόλο, και ότι περιβάλλον, κλίμα και κοινωνικά πρότυπα μπαίνουν στο ίδιο επίπεδο με το εμπόριο.
Η υπόθεση ΕΕ–Mercosur λειτουργεί ως πιλότος για όλες τις μελλοντικές εμπορικές συμφωνίες της ΕΕ, στην κατεύθυνση του αν η Ένωση θα δίνει προτεραιότητα στο ελεύθερο εμπόριο ή στη θεσμική και περιβαλλοντική συνέπεια.
Με λίγα λόγια: δεν πρόκειται απλά για μια εμπορική συμφωνία, αλλά για το πως θέλει η ΕΕ να επιδράσει στον κόσμο.
Η στάση των κρατών
Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι οι χώρες που υποστηρίζουν τη συμφωνία έχουν ισχυρό εξαγωγικό προσανατολισμό, βιομηχανίες όπως αυτοκινητοβιομηχανία, μηχανολογία και χημικά, και στρατηγικό ενδιαφέρον για πρόσβαση στη Λατινική Αμερική. Ο βασικός εκπρόσωπος είναι η Γερμανία, Ισπανία, Πορτογαλία, Ολλανδία.
Θέσεις υπέρ ή με ήπια υποστήριξη έχουν οι Σουηδία, Φινλανδία, Δανία, Ιρλανδία.
Αντίθετα, χώρες με ισχυρό αγροτικό τομέα που δέχονται πολιτική πίεση από αγρότες ή έχουν έντονη περιβαλλοντική και κοινωνική ατζέντα αντιτίθενται στη συμφωνία. Στο σκληρό πυρήνα περιλαμβάνονται: Γαλλία, Αυστρία, Ιρλανδία, ενώ επιφυλάξεις εκφράζουν χώρες όπως το Βέλγιο, Λουξεμβούργο, Ελλάδα, Πολωνία.
Σε μια ενδιάμεση θέση είναι η Ιταλία, που είναι διχασμένη μεταξύ βιομηχανίας και αγροτών, ενώ Τσεχία, Σλοβακία, Ουγγαρία έχουν στάσεις που μεταβάλλονται ανάλογα με τις πολιτικές τους συγκυρίες.
Τρακτέρ και μπλόκα
Στο μεταξύ, 6.000 αγρότες από 15 κράτη-μέλη συγκεντρώθηκαν χθες και έκλεισαν τους δρόμους κοντά στην Ευρωπαϊκή Σχολή στο Στρασβούργο με 1.000 τρακτέρ, στο πλαίσιο μιας δυναμικής κινητοποίησης που διοργάνωσε η FNSEA και υποστηρίχθηκε από την COPA-COGECA.
Σκοπός της κινητοποίησης ήταν να καταγγελθούν οι καταστροφικές συνέπειες μιας αδύναμης και κατακερματισμένης Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ), οι άδικες εμπορικές συμφωνίες, η γραφειοκρατία και η ρυθμιστική αβεβαιότητα, οι οποίες ανακόπτουν τις βιώσιμες επενδύσεις και την ανανέωση των αγροτών, απειλώντας σοβαρά την επιβίωση της ευρωπαϊκής γεωργίας και της διατροφικής ασφάλειας της ΕΕ.




