Η ασπίδα της πολιτικής και νομικής απάντησης έχει επισημάνει τη γνωμοδότηση της γενικής εισαγγελέως του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτή προτείνει την αναίρεση της απόφασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να εγκρίνει δέκα δισεκατομμύρια ευρώ για την Ουγγαρία, τον Δεκέμβριο του 2023.
Η υπόθεση εκτυλίσσεται σε μια περίοδο με μεγάλη πολιτική ένταση, καθώς το Δικαστήριο είναι σε διαδικασία εξέτασης της προσφυγής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, το οποίο ισχυρίζεται ότι η Κομισιόν παραβίασε τους κανόνες που η ίδια έχει θεσπίσει.
Ο Όρμπαν και η πιθανότητα επιστροφής των χρημάτων
Απαντώντας σε ερώτηση του Politico μετά την άτυπη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ για την ανταγωνιστικότητα, ο Ούγγρος πρωθυπουργός Βίκτορ Όρμπαν χαρακτήρισε «παράλογη» την ιδέα να ζητηθεί η επιστροφή των χρημάτων, ειδικά κατά τη διάρκεια προεκλογικής περιόδου στη χώρα του.
Η πιθανή ανάφλεξη νέας αντιπαράθεσης μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ούγγρου ηγέτη φαίνεται σοβαρή, καθότι ο Όρμπαν έχει συχνά βρεθεί στο κέντρο διαφωνιών, οι οποίες κατά καιρούς έχουν αμφισβητήσει την ενότητα των 27 κρατών-μελών.
Οι λόγοι πίσω από την προσφυγή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
Το Δικαστήριο της ΕΕ μελετά την προσφυγή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, το οποίο υποστηρίζει ότι η Επιτροπή παραβίασε τους δικούς της κανόνες όταν χορήγησε τη χρηματοδότηση για την Ουγγαρία τον Δεκέμβριο του 2023.
Τα χρήματα αυτά είχαν «παγώσει» λόγω ανησυχιών σχετικά με το κράτος δικαίου στη χώρα και ελλείψεις που αφορούσαν κυρίως τη λειτουργία και την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης.
Κατηγορίες περί πολιτικού καιροσκοπισμού από την Κομισιόν
Μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου κατηγορούν την Κομισιόν για πολιτικό καιροσκοπισμό, εκφράζοντας την άποψη ότι η απόφαση για την αποδέσμευση των χρημάτων ελήφθη πριν από μια κρίσιμη Σύνοδο Κορυφής, την ώρα που η ΕΕ χρειαζόταν τη συνεργασία του Όρμπαν για τη συνέχιση της βοήθειας προς την Ουκρανία.
Σε αυτό το πλαίσιο, Ευρωπαίος διπλωμάτης δήλωσε ανώνυμα ότι «δεν είναι αυτό που χρειαζόμασταν τόσο κοντά στις εκλογές», υπογραμμίζοντας την πολιτική σημασία της χρονικής στιγμής.
Η γνωμοδότηση της γενικής εισαγγελέως και ο ρόλος της
Η νομική εκτίμηση της γενικής εισαγγελέως Ταμάρα Τσάπετα, όπου προτείνεται η αναίρεση της απόφασης για την αποδέσμευση των κονδυλίων, αναμένεται να καθοδηγήσει τους δικαστές στην τελική τους απόφαση, που αναμένεται εντός των επόμενων μηνών.
Οι γενικοί εισαγγελείς δεν ενεργούν ως δικαστές, αλλά ως νομικοί σύμβουλοι που βοηθούν το Δικαστήριο σε πολύπλοκες υποθέσεις και οι συστάσεις τους θεωρούνται ιδιαίτερα σημαντικές.
Κύρια σημεία κριτικής προς την Επιτροπή
Στην λεπτομερή αξιολόγησή της, η Τσάπετα τονίζει ότι η Επιτροπή εφάρμοσε «λανθασμένα» τις απαιτήσεις για το κράτος δικαίου, εκταμιεύοντας τα κονδύλια προτού να έχουν πλήρως εφαρμοστεί οι μεταρρυθμίσεις της ουγγρικής κυβέρνησης.
Επισημαίνει επιπλέον ότι δεν πραγματοποιήθηκε «ορθός έλεγχος» για τις μεταρρυθμίσεις που αφορούν την ανεξαρτησία του Ανώτατου Δικαστηρίου της Ουγγαρίας και τον διορισμό μελών στο Συνταγματικό Δικαστήριο, ζητήματα που κατά την άποψη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δεν αντιμετωπίστηκαν ικανοποιητικά.
Η γενική εισαγγελέας ασκεί επίσης κριτική στην Επιτροπή για έλλειψη διαφάνειας, σημειώνοντας ότι δεν παρείχε επαρκή αιτιολόγηση για την αποδέσμευση των κονδυλίων, αν και δεν υιοθέτησε τον ισχυρισμό του Κοινοβουλίου περί κατάχρησης εξουσίας.
Ο Νόμος για την «Προστασία της Κυριαρχίας» και νέα απόφαση του Δικαστηρίου
Η Τσάπετα αναφέρθηκε ακόμα στο γεγονός ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη της τον αμφιλεγόμενο Νόμο για την Προστασία της Κυριαρχίας κατά την αξιολόγηση για την αποδέσμευση των κονδυλίων.
Την ίδια μέρα, σε διαφορετική νομική γνωμοδότηση, το Δικαστήριο θεώρησε ότι ο νόμος παραβιάζει το ευρωπαϊκό δίκαιο, περιορίζοντας «πολλές θεμελιώδεις ελευθερίες».
Οι πιθανές συνέπειες μιας επιστροφής των χρημάτων
Η πιθανότητα να ζητηθεί η επιστροφή των κονδυλίων θεωρείται πολιτικά εκρηκτική, πάντως νομικά υπάρχει μηχανισμός αντίδρασης από την Επιτροπή.
Σε περίπτωση που η Ουγγαρία αρνηθεί να επιστρέψει τα χρήματα, η Επιτροπή μπορεί να μειώσει άλλες μελλοντικές πληρωμές προς τη χώρα, αναλόγως του ποσού που θα κριθεί απαραίτητο να επιστραφεί.
Η σημασία της τελικής απόφασης και τα ευρωπαϊκά προηγούμενα
Η τελική απόφαση του Δικαστηρίου αναμένεται να διαμορφώσει προηγούμενο σχετικά με το εύρος της διακριτικής ευχέρειας της Επιτροπής στην εκτίμηση παραβιάσεων του κράτους δικαίου από κράτη-μέλη.
Αυτό το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα στο πλαίσιο του Κανονισμού Κοινών Διατάξεων, ο οποίος θέτει αυστηρές προϋποθέσεις για τα θεμελιώδη δικαιώματα και την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης σε σχέση με την εκταμίευση ευρωπαϊκών κονδυλίων.
Η υπεράσπιση της Κομισιόν και τα επόμενα βήματα
Κατά τη διάρκεια της ακρόασης του Οκτωβρίου 2025, η Επιτροπή υπερασπίστηκε την υπέρ της θέση, υποστηρίζοντας ότι συγκεκριμένα τεχνικά «ορόσημα» σχετικά με τη δικαστική ανεξαρτησία είχαν επιτευχθεί από τη Βουδαπέστη, γεγονός που δικαιολογεί την αποδέσμευση των κονδυλίων.
Ωστόσο, η γνωμοδότηση της γενικής εισαγγελέως συμφωνεί με τα επιχειρήματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, το οποίο ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή έπρεπε να εξετάσει περισσότερο τις διαρθρωτικές ελλείψεις στο κράτος δικαίου στην Ουγγαρία και πως αντέτεινε λανθασμένα την εκπλήρωση των στόχων των μεταρρυθμίσεων.
Διένεξη με ενδεχόμενες συνέπειες για την ενότητα της ΕΕ
Η κατάληξη αυτής της υπόθεσης ενδέχεται να κρίνει σημαντικά όχι μόνο τις σχέσεις μεταξύ Βρυξελλών και Βουδαπέστης, αλλά και την πολιτική συνοχή της ΕΕ, σε μια εποχή που το κράτος δικαίου, η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση και οι γεωπολιτικές ισορροπίες βρίσκονται στο επίκεντρο.




