Η Μαρία, 42 ετών, ήρθε στο γραφείο μου ύστερα από σύσταση του παθολόγου της. Μετά από μια σειρά πλήρων εξετάσεων, τα αποτελέσματα ήταν όλα φυσιολογικά. Έτσι, ο οικογενειακός της γιατρός την παρέπεμψε σε σπεσιαλίστα ψυχικής υγείας.
- Γράφει η Κέλλυ Χολέβα (MSc), Κλινική Ψυχολόγος-Ψυχοθεραπεύτρια
Η Μαρία εργάζεται σε μια πενθήμερη θέση και είναι παντρεμένη εδώ και 5 χρόνια. Έχει μαζί με τον σύζυγό της έναν γιο 6 ετών. Δηλώνει ότι ο άντρας της συμβάλλει στο σπίτι και στη φροντίδα του παιδιού και συμμετέχει ενεργά στην καθημερινότητά τους.
Αποφάσισε να έρθει σε μένα, επειδή τους τελευταίους μήνες νιώθει διαρκώς εξαντλημένη.
Στην πρώτη συνεδρία επεσήμανε: «Δεν ξέρω αν αυτό που νιώθω είναι ψυχολογικό. Απλά, αισθάνομαι κουρασμένη συνέχεια. Αυτή η κατάσταση έχει ξεκινήσει εδώ και πάνω από έναν χρόνο με διάφορες μεταβολές. Κάποιες φορές νιώθω καλύτερα, αλλά ποτέ δεν είμαι πραγματικά ξεκούραστη ή γεμάτη ενέργεια.»
Η καθημερινή ζωή της Μαρίας προχωρά χωρίς ιδιαίτερες δυσκολίες. Ξυπνά, πηγαίνει στη δουλειά και ολοκληρώνει τα καθήκοντά της. Ωστόσο, αυτή που την ανησυχεί είναι η μόνιμη αίσθηση εξάντλησης, ακόμη και όταν ξεκουράζεται ή κοιμάται αρκετά καλά χωρίς διακοπές.
Δεν βιώνει έντονη θλίψη, αλλά κουβαλά μια σταθερή αίσθηση βάρους και κενού. Διαπιστώνει ότι τίποτα δεν της προσφέρει πλέον πραγματική ικανοποίηση. Ενέργειες που προηγουμένως της έδιναν ευχαρίστηση, τώρα δεν την ενδιαφέρουν ιδιαίτερα. Ακόμη και σε περιστάσεις που θα «έπρεπε» να νιώθει ευχάριστα, νιώθει ουδέτερη και οι χαρούμενες στιγμές δεν διαρκούν.
Η Μαρία δεν ζήτησε ποτέ νωρίτερα τη βοήθεια ειδικού, διότι θεωρούσε ότι η ψυχική της εξάντληση ήταν φυσιολογική, σχεδόν αναπόφευκτη. Πίστευε ότι δεν ήταν κάτι σοβαρό και ότι «όλοι έτσι νιώθουν κάποια στιγμή, ειδικά με την πάροδο των χρόνων».
Η εμπειρία της Μαρίας αποτυπώνει αυτό που αναγνωρίζουμε ως: λειτουργική κατάθλιψη.
Στην πραγματικότητα, η εικόνα της κατάθλιψης που έχουμε είναι συχνά περιορισμένη: αδυναμία, αποσύρση, κατάρρευση.
Όμως, για πολλούς ανθρώπους η κατάθλιψη δεν εκδηλώνεται πάντα με τον τρόπο που έχουμε συνηθίσει να αναγνωρίζουμε. Δεν συνιστά πάντα αδυναμία, απομάκρυνση ή αδυναμία να σηκωθούν από το κρεβάτι.
Για πλήθος ανθρώπων, η κατάθλιψη υπάρχει παράλληλα με μια φαινομενικά κανονική ζωή, όπου οι υποχρεώσεις συνεχίζονται, οι ρόλοι τηρούνται, αλλά εσωτερικά βιώνεται μια φθορά.
Τι είναι η λειτουργική κατάθλιψη;
Η λειτουργική κατάθλιψη (high-functioning depression) είναι μία από τις πιο συνηθισμένες και ταυτόχρονα πιο αόρατες μορφές ψυχικής δυσφορίας σήμερα.
Δεν θεωρείται επίσημη διαγνωστική κατηγορία, ωστόσο ο όρος χρησιμοποιείται ευρέως στην κλινική πρακτική για να περιγράψει ανθρώπους που, παρά την έντονη εσωτερική δυσφορία, κρατούν εργασία, σχέσεις και καθημερινές υποχρεώσεις.
Και ενώ προς τα έξω δείχνουν «καλά», λειτουργικά και ικανοί να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της ζωής, εσωτερικά βιώνουν σοβαρή ψυχική και σωματική εξάντληση και ένα αίσθημα συναισθηματικής αδιαφορίας.
Συγκεκριμένα, άτομα με λειτουργική κατάθλιψη συχνά δεν αισθάνονται καθημερινά έντονη θλίψη. Αντίθετα, βιώνουν:
- διαρκή ψυχική και σωματική κούραση
- προβλήματα στη διατήρηση ενδιαφέροντος ή χαράς (ανηδονία)
- αίσθηση ότι είναι σε «αυτόματο πιλότο»
- έντονη αυτοκριτική και υψηλές προσδοκίες από τον εαυτό τους
- δύσκολια να ζητούν βοήθεια, επειδή «αντέχουν»
Λειτουργική κατάθλιψη: Γιατί είναι δύσκολο να εντοπιστεί;
Η λειτουργική κατάθλιψη σπάνια γίνεται άμεσα κατανοητή, διότι συχνά συνοδεύεται από παραγωγικότητα. Σε μια κοινωνία που επιβραβεύει τη συνεχή προσπάθεια και ανθεκτικότητα, το να «κρατιέσαι όρθιος» θεωρείται απόδειξη ψυχικής υγείας.
Ωστόσο, η λειτουργικότητα δεν ισοδυναμεί με ευεξία. Πολλοί ασθενείς έχουν μάθει να παραβλέπουν τα συναισθήματά τους και να συνεχίζουν με οποιοδήποτε κόστος, με συνέπεια η συσσωρευμένη πίεση να μην βρίσκει διέξοδο.
Η λειτουργική κατάθλιψη δεν εκδηλώνεται με έντονα ή «κραυγαλέα» συμπτώματα, αλλά εξελίσσεται σιωπηλά.
Η εξάντληση παραμένει ακόμη και μετά από ξεκούραση, η χαρά μειώνεται ή και χάνεται, ενώ η καθημερινότητα βιώνεται συχνά ως ανώδυνη, σαν σε «αυτόματο πιλότο».
Ταυτόχρονα, η έντονη αυτοκριτική, η τελειομανία και οι υπερβολικές απαιτήσεις από τον εαυτό δυσχεραίνουν περαιτέρω την αναγνώριση της ψυχικής πίεσης.
Ιδιαίτερη δυσκολία παρουσιάζεται και στη διαδικασία της αναζήτησης βοήθειας. Πολλοί άνθρωποι με λειτουργική κατάθλιψη πιστεύουν ότι, αν και εκτελούν τις υποχρεώσεις τους, δεν χρειάζεται να ζητήσουν υποστήριξη, με αποτέλεσμα η δυσφορία τους να καθίσταται χρόνια.
Θεραπευτική προσέγγιση
Η ψυχοθεραπεία είναι η κεντρική μέθοδος παρέμβασης, με τη Γνωσιακή-Συμπεριφορική Θεραπεία να επικεντρώνεται στον εντοπισμό και στην αναδόμηση δυσλειτουργικών σκέψεων, την ενίσχυση της συμπεριφορικής δραστηριότητας και την αποκατάσταση της ισορροπίας ανάμεσα στις υποχρεώσεις και τις προσωπικές ανάγκες.
Επιπλέον, η Θεραπεία Σχημάτων μπορεί να ερευνήσει πιο βαθιά μοτίβα τελειομανίας και υπερβολικών προσδοκιών από τον εαυτό, τα οποία συχνά τροφοδοτούν τη «σιωπηλή» συμπτωματολογία.
Κρίσιμα στοιχεία της παρέμβασης περιλαμβάνουν επίσης ψυχοεκπαίδευση, ανάπτυξη αυτοσυμπόνιας και ενίσχυση δεξιοτήτων ρύθμισης των συναισθημάτων.
Ο στόχος της θεραπείας στη λειτουργική κατάθλιψη δεν είναι να καταστήσει το άτομο πιο παραγωγικό ή λειτουργικό. Αντιθέτως, στοχεύει στο να δημιουργήσει χώρο για αναγνώριση και επεξεργασία του συναισθηματικού φορτίου που έχει συσσωρευτεί με τα χρόνια, ενώ συγχρόνως επιδιώκει να δώσει τη δυνατότητα στον άνθρωπο να διακρίνει την αντοχή από τη φροντίδα και να επανασυνδεθεί με τις ανάγκες και τα βιώματά του.
Δείτε επίσης:
Ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή: Όταν η σκέψη μας κρατά αιχμάλωτους




