Το τεράστιο υδατικό αποτύπωμα της χώρας, καθώς καταναλώνουμε πολύ περισσότερο νερό από όσο μπορούν να αναπληρώσουν τα υδατικά μας συστήματα.
Το νερό εξελίσσεται σταδιακά στον σημαντικότερο φυσικό πόρο του 21ου αιώνα και η Ελλάδα βρίσκεται ήδη αντιμέτωπη με μια πραγματικότητα που μέχρι πριν από λίγα χρόνια έμοιαζε μακρινή. Ξηρασίες μεγαλύτερης διάρκειας, ποτάμια που στερεύουν τους θερινούς μήνες, πτώση της στάθμης των υπόγειων υδροφορέων και αυξανόμενες ανάγκες από τη γεωργία και τον τουρισμό συνθέτουν ένα σκηνικό που, σύμφωνα με τους ειδικούς, απαιτεί άμεσες αποφάσεις.
Η Εθνική Στρατηγική για τα Ύδατα αναγνωρίζει ότι η χώρα αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις τόσο ως προς την κατάσταση των υδάτινων πόρων όσο και ως προς τη λειτουργία των υποδομών και των υπηρεσιών ύδατος. Στο ίδιο κείμενο επισημαίνονται η πολυδιάσπαση των αρμοδιοτήτων, οι ελλείψεις στη συντήρηση των υποδομών, τα κενά στην παρακολούθηση των υδάτων και οι αδυναμίες εφαρμογής των πολιτικών διαχείρισης.

«Καταναλώνουμε περισσότερο νερό από όσο αντέχουν τα υδατικά μας συστήματα»
Για τον καθηγητή Διαχείρισης Υδατικών Πόρων του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, Νικήτα Μυλόπουλο, το πρόβλημα δεν είναι μόνο η μειωμένη διαθεσιμότητα νερού.
«Η Ελλάδα έχει πολύ μεγάλο υδατικό αποτύπωμα. Καταναλώνουμε πολύ περισσότερο νερό από όσο μπορούν να αναπληρώσουν τα υδατικά μας συστήματα. Σχεδόν όλα τα υδατικά ισοζύγια της χώρας είναι πλέον αρνητικά», τονίζει.

Όπως εξηγεί, τα σημάδια είναι ήδη εμφανή σε ολόκληρη τη χώρα: «Βλέπουμε ταμιευτήρες να αδειάζουν, ποτάμια να στερεύουν το καλοκαίρι, τη στάθμη των υπόγειων υδροφορέων να πέφτει συνεχώς…». Ο καθηγητής εξηγεί ότι η δημόσια συζήτηση πολλές φορές περιορίζεται στις μειωμένες βροχοπτώσεις, χωρίς να αγγίζει την ουσία. «Η λειψυδρία είναι θέμα πολιτικής και διαχείρισης».

Η κλιματική κρίση επιβαρύνει την κατάσταση, αυξάνοντας τη συχνότητα των ξηρασιών, αλλά δεν είναι η μοναδική αιτία, όπως επισημαίνει ο κ. Μυλόπουλος: «Η κλιματική κρίση είναι ένας επιβαρυντικός παράγοντας, όχι όμως η βασική αιτία του προβλήματος».
Η μεγάλη πληγή της άρδευσης: Χάνεται πάνω από το μισό νερό που αντλείται
Το μεγαλύτερο μέρος της κατανάλωσης δεν αφορά καν την ύδρευση. Σχεδόν το 87% του νερού χρησιμοποιείται για άρδευση και η ύδρευση αντιστοιχεί μόλις στο 8%-9%. Αυτό σημαίνει ότι η μεγαλύτερη μάχη για την εξοικονόμηση νερού δίνεται στα χωράφια.
Σύμφωνα με τον καθηγητή, η πραγματική σπατάλη εντοπίζεται κυρίως στον αγροτικό τομέα. «Στην άρδευση γίνεται η μεγάλη απώλεια, γιατί μεγάλο μέρος του νερού προέρχεται από μη καταγεγραμμένες γεωτρήσεις. Υπάρχουν απαρχαιωμένα αρδευτικά δίκτυα και μέθοδοι που σπαταλούν τεράστιες ποσότητες νερού». Ο κ. Μυλόπουλος αναφέρεται στις μη καταγεγραμμένες γεωτρήσεις, δηλαδή γεωτρήσεις που γίνονται για αρδευτικούς σκοπούς χωρίς καταγραφή.

Ο καθηγητής παρατηρεί ότι σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να χάνεται ακόμη και περισσότερο από το μισό νερό που αντλείται. Σοβαρό πρόβλημα αντιμετωπίζουν όλοι οι παραγωγικοί κάμποι της χώρας, καθώς και ο υπερτουρισμός προσθέτει πίεση.

Άγνωστες οι πραγματικές απώλειες του δικτύου
Το πιο ανησυχητικό είναι ότι η Ελλάδα δεν διαθέτει μια ενιαία δημόσια βάση δεδομένων για τις πραγματικές απώλειες νερού, την ηλικία των δικτύων, και τις ανάγκες επενδύσεων. Όλοι συμφωνούν ότι το νερό αποτελεί τον πιο πολύτιμο φυσικό πόρο της χώρας, αλλά παραμένει αναγκαία μια ολοκληρωμένη εικόνα για τις απώλειες.


«Τα έργα υποδομής “δεν κόβουν κορδέλες”»
Ο καθηγητής Μυλόπουλος είναι επικριτικός απέναντι στη διαχρονική πολιτική για τις υποδομές νερού. Πολλές χώρες επενδύουν σε ταμιευτήρες και έργα υποδομής, ενώ στην Ελλάδα τέτοιες παρεμβάσεις συχνά εγκαταλείπονται.

«Το πρόβλημα δεν θα λυθεί επειδή θα βρέξει»
Ο καθηγητής υπογραμμίζει ότι το πρόβλημα της λειψυδρίας δεν εξαντλείται στις βροχοπτώσεις, καθώς αν χάνεται νερό από τα δίκτυα, η κατάσταση παραμένει η ίδια.
Η Εθνική Στρατηγική για τα Ύδατα
Η Εθνική Στρατηγική επισημαίνει ότι η πολιτική για τα ύδατα εμποδίζεται από ελλείψεις σε υποδομές, στελέχωση και παρακολούθηση. Προγραμματίζεται η αναβάθμιση του δικτύου παρακολούθησης για πιο αξιόπιστα δεδομένα.
Ο Νικήτας Μυλόπουλος εκτιμά ότι η αντιμετώπιση της λειψυδρίας απαιτεί αλλαγή φιλοσοφίας και επενδύσεις σε υποδομές. «Η λειψυδρία στην Ελλάδα δεν είναι ένα πρόσκαιρο φαινόμενο, είναι ένα δομικό πρόβλημα».

«Απαιτεί πολιτικές αποφάσεις», καταλήγει ο κ. Μυλόπουλος.

Πηγή




