counters Εκπαιδεύομαι για Βασιλιάς: Μια αλληγορία για την ηγεσία, την ενσυναίσθηση και την πραγματική αξία της εξουσίας - trelokouneli.gr Skip to main content

Εκπαιδεύομαι για Βασιλιάς

Μια αλληγορία για την ηγεσία, την ενσυναίσθηση και την πραγματική αξία της εξουσίας

Τελείωσε τις σπουδές του το βασιλόπουλο και γύρισε στο παλάτι.

Ο πατέρας του, ο βασιλιάς, όταν τον είδε μετά από χρόνια, τον καμάρωνε λέγοντας:

• Πώς μεγάλωσες αγόρι μου! Έγινες ολόκληρος άντρας! Κι αύριο θα γίνεις ο Βασιλιάς!

• Να ‘ξερες πόσο σας επιθύμησα πατέρα! Εσένα, τη μητέρα μου, την μπάμπο μου, τους φίλους μου! Μου λείψατε!

• Τώρα είμαστε πάλι μαζί. Όμως δεν τα έμαθες όλα στο Πανεπιστήμιο που πήγες. Οι σύμβουλοί μου θα σου μάθουν σημαντικά πράγματα που είναι απαραίτητα σε έναν Βασιλιά.

• Είμαι έτοιμος πατέρα και θα τους ακούσω με προσοχή!

Την άλλη ημέρα ήρθαν οι σύμβουλοι του Βασιλιά και κάθισαν κοντά του.

Ο ένας από αυτούς είπε:

• Βασιλόπουλο, σήμερα θα κάνουμε μάθημα για την υπακοή. Πώς οι πολίτες δεν θα τολμήσουν ποτέ να φέρουν αντίρρηση στις προσταγές σου.

• Έχει ενδιαφέρον αυτό που λες σύμβουλε. Όμως για πες μου: γιατί οι πολίτες δεν πρέπει να εκφράζουν την αντίρρησή τους στις αποφάσεις ενός Βασιλιά; Αυτό δεν είναι ένας περιορισμός της ελευθερίας τους;

• Μα αν οι πολίτες φέρνουν αντιρρήσεις, τότε δεν θα σε υπακούουν, δεν θα σε σέβονται! Θα λένε τα δικά τους. Εσύ αύριο ως Βασιλιάς, είσαι αυτός που γνωρίζει τις ανάγκες της χώρας και των κατοίκων και γι’ αυτό, με την εξουσία που έχεις, παίρνεις τις αποφάσεις.

• Και πώς γνωρίζω εγώ τις ανάγκες της χώρας και των πολιτών; Ούτε καν τους γνωρίζω!

• Μα δεν χρειάζεται να τους ξέρεις άρχοντά μου, πετάχτηκε ένας άλλος σύμβουλος. Οι νόμοι και οι αποφάσεις ορίζονται από σένα και οι πολίτες πρέπει να υπακούουν!

• Και πώς θα γνωρίζω ποιοι νόμοι είναι οι κατάλληλοι για τους πολίτες μου; ρώτησε το βασιλόπουλο.

• Μα αυτό είναι δική μας δουλειά! είπε ένας άλλος σύμβουλος. Εμείς γνωρίζουμε τι ανάγκες υπάρχουν και γράφουμε τους νόμους που πρέπει να εφαρμοστούν. Κι εσείς τους υπογράφετε!

• Τι μου λέτε; Θα υπογράφω νόμους ή άλλες αποφάσεις ενώ δεν θα έχω την απαιτούμενη γνώση;

• Μα θα σας εξηγούμε εμείς άρχοντά μου, του είπε ο σύμβουλος. Αυτή είναι η δουλειά μας! Για παράδειγμα, πρέπει το βασίλειό μας να αγοράσει όπλα, να καλέσει τους πολίτες να ντυθούν φαντάροι και να πολεμήσουν τον εχθρό!

• Μπορείτε να μου πείτε σε έναν πόλεμο με τη γειτονική χώρα, πόσοι θα σκοτωθούν, πόσοι θα μείνουν ανάπηροι, πόσες χήρες και ορφανά θα έχουμε, ποιο θα είναι το κόστος των καταστροφών;

• Αυτά δεν μπορούμε να τα υπολογίσουμε άρχοντά μου. Ασφαλώς και θα υπάρχουν θύματα, ανάπηροι, χήρες, καταστροφές. Αυτά όμως έχει ο πόλεμος.

• Εσείς έχετε πολεμήσει; Εσείς θα είσαστε στην πρώτη γραμμή όταν θα γίνει πόλεμος;

• Μα τι λες τώρα άρχοντά μου! Εμείς είμαστε σύμβουλοι, δεν είμαστε πολεμιστές!

• Σας ευχαριστώ για το μάθημα που μου κάνατε σήμερα. Αύριο θα τα πούμε και πάλι, είπε προβληματισμένο το βασιλόπουλο.

ΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΕΣ

Την άλλη μέρα πρωί-πρωί, το βασιλόπουλο με τον καλό του φίλο τον Γιώργο, φορώντας ρούχα εμπόρου, ξεκίνησαν να γυρίσουν το βασίλειο για να γνωρίσουν από κοντά τους πολίτες και τα προβλήματά τους.

Ο δρόμος για την αγορά ήταν γεμάτος κόσμο, φωνές και μυρωδιές που το βασιλόπουλο δεν είχε νιώσει ποτέ μέσα στα ψηλά τείχη του παλατιού. Ο Γιώργος περπατούσε δίπλα του, προσέχοντας κάθε του βήμα.

Περνώντας μπροστά από έναν φούρνο, η μυρωδιά του φρέσκου ψωμιού τους τράβηξε.

• Πεινάς; ρώτησε ο Γιώργος.

• Πολύ! απάντησε το βασιλόπουλο και πλησίασε τον πάγκο. Φούρναρη, δώσε μας δύο καρβέλια ψωμί! Ο φούρναρης τους χαμογέλασε, έβαλε το ψωμί σε μια σακούλα και είπε:

• Δύο χάλκινα νομίσματα, παλικάρι μου. Το βασιλόπουλο έβαλε το χέρι στο πουγκί του, έβγαλε ένα βαρύ, λαμπερό χρυσό φλουρί και το ακούμπησε στον πάγκο. Ο φούρναρης πάγωσε. Το χαμόγελό του εξαφανίστηκε.

• Τι είναι αυτά ρε παιδιά; Πού το βρήκατε αυτό; Κλεμμένο είναι; Πάτε να με μπλέξετε;

• Όχι, προς Θεού! πετάχτηκε αμέσως ο Γιώργος, τραβώντας το βασιλόπουλο πίσω. Συμπαθάτε μας μάστορα, ο φίλος μου είναι από χωριό και δεν ξέρει ακόμα από τιμές. Ορίστε δύο χάλκινα.

Πήραν το ψωμί και απομακρύνθηκαν γρήγορα.

• Μα γιατί θύμωσε; ρώτησε απορημένο το βασιλόπουλο. Ένα χρυσό αξίζει πολύ περισσότερο!

• Ακριβώς γι’ αυτό, του ψιθύρισε ο Γιώργος. Ένας απλός άνθρωπος δεν έχει δει ποτέ στη ζωή του χρυσό νόμισμα. Με αυτό το φλουρί αγοράζεις ολόκληρο τον φούρνο! Οι άνθρωποι εδώ παλεύουν όλη μέρα για λίγα χάλκινα.

Το βασιλόπουλο σώπασε, σκεπτικό. Πριν προλάβει όμως να χωνέψει το μάθημα, φωνές και κλάματα ακούστηκαν από την κεντρική πλατεία. Δύο ένοπλοι φρουροί του παλατιού είχαν στήσει έναν πάγκο και άρπαζαν τα εμπορεύματα από έναν ηλικιωμένο μανάβη.

• Μα είναι όλη μου η σοδειά! έκλαιγε ο γέροντας. Αν μου τα πάρετε, τι θα ταίσω τα εγγόνια μου;

• Βασιλική διαταγή! φώναξε ο φρουρός. Νέος φόρος για τον εξοπλισμό του στρατού!

Η καρδιά του βασιλόπουλου άρχισε να χτυπάει δυνατά. Η οργή τον πλημμύρισε.

• Σταματήστε αμέσως! φώναξε και έκανε ένα βήμα μπροστά. Με ποιο δικαίωμα— Πριν ολοκληρώσει τη φράση του, ο Γιώργος τον άρπαξε βίαια από το μανίκι και του έκλεισε το στόμα, σέρνοντάς τον πίσω από μια στοίβα με βαρέλια.

• Τρελάθηκες; του ψιθύρισε αλαφιασμένος. Αν καταλάβουν ποιος είσαι, καταστραφήκαμε! Ξέχασες γιατί ήρθαμε εδώ;

• Μα υπογράφουν νόμους που καταστρέφουν τις ζωές τους! είπε το βασιλόπουλο με τρεμάμενη φωνή. Οι σύμβουλοι μου είπαν πως οι φόροι είναι για το καλό μας…

Για να ηρεμήσουν, κάθισαν σε ένα μικρό, απόμερο καφενείο στην άκρη της αγοράς.

Δίπλα τους κάθονταν ένας ξένος έμπορος που πουλούσε όμορφα υφάσματα. Το βασιλόπουλο, βλέποντας την παραδοσιακή του φορεσιά, αναγνώρισε αμέσως την καταγωγή του. Ήταν από τη γειτονική χώρα — τη χώρα που οι σύμβουλοι αποκαλούσαν «εχθρό».

Ο πρίγκιπας τον κοίταξε με επιφυλακτικότητα, περιμένοντας να δει έναν σκληρό και αδίστακτο άνθρωπο.

• Καλημέρα παλικάρι, του είπε ο έμπορος παρατηρώντας το βλέμμα του και του χαμογέλασε ζεστά.

• Καλημέρα… δυσκολεύεσαι να πουλήσεις τα υφάσματά σου; ρώτησε το βασιλόπουλο.

• Δύσκολοι καιροί, γιε μου. Παντού ακούγεται πως θα γίνει πόλεμος. Κρίμα… Έχω κι εγώ τρία παιδιά πίσω στην πατρίδα, στην ηλικία σου. Αν γίνει πόλεμος, θα ντύσουν κι εσένα κι εκείνα φαντάρους. Ποιος πατέρας θέλει να δει το παιδί του στο χώμα; Εγώ ειρήνη θέλω, να πουλάω τα υφάσματά μου και να γυρίζω σπίτι μου.

Το βασιλόπουλο κοίταξε τον έμπορο στα μάτια. Δεν έβλεπε κανέναν εχθρό. Έβλεπε έναν πατέρα, ίδιο με τους ανθρώπους του δικού του βασιλείου. Σηκώθηκε αργά, κοίταξε τον Γιώργο και είπε χαμηλόφωνο:

• Πάμε να γυρίσουμε στο παλάτι, Γιώργο. Σήμερα έμαθα περισσότερα απ’ όσα θα μου μάθαιναν οι σύμβουλοι σε χίλια χρόνια.

Την επόμενη μέρα, οι σύμβουλοι συγκεντρώθηκαν και πάλι στην αίθουσα, χαμογελαστοί και σίγουροι για τους εαυτούς τους.

• Λοιπόν, βασιλόπουλο, είπε ο πρώτος σύμβουλος, σήμερα θα σου μάθουμε πώς να επιβάλλεις νέους φόρους και πώς να κρατάς τον λαό σε υπακοή.

• Ξέρετε, είπε ήρεμα το βασιλόπουλο, εχθές έκανα μια βόλτα στην αγορά. Οι σύμβουλοι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους παραξενεμένοι.

• Είδα έναν φούρναρη που παλεύει όλη μέρα για δύο χάλκινα νομίσματα, συνέχισε ο πρίγκιπας. Είδα έναν γέροντα μανάβη να κλαίει γιατί οι φρουροί του έπαιρναν όλη τη σοδειά για «εξοπλισμούς». Κι είδα κι έναν έμπορο από τη γειτονική χώρα. Ξέρετε τι ήθελε αυτός ο «εχθρός»; Ειρήνη για να μεγαλώσει τα παιδιά του.

• Μα… άρχοντά μου, τραύλισε ένας σύμβουλος, αυτοί είναι απλοί χωρικοί, δεν καταλαβαίνουν από υψηλή πολιτική!

• Αυτοί οι «απλοί χωρικοί» είναι οι άνθρωποι που τρέφουν το βασίλειο! φώναξε το βασιλόπουλο με σταθερή φωνή. Αν ένας βασιλιάς δεν ξέρει τον πόνο τους, τότε δεν κυβερνάει ανθρώπους, κυβερνάει σκιές. Από σήμερα, κανένας νόμος δεν θα υπογράφεται αν πρώτα δεν εξασφαλίζει τη δικαιοσύνη και την ευημερία τους!

Οι σύμβουλοι έμειναν αμίλητοι, ανήμποροι να αρθρώσουν λέξη μπροστά στη σοφία και την αποφασιστικότητά του.

Λίγο αργότερα, το βασιλόπουλο ζήτησε να δει τον πατέρα του. Ο γέρος βασιλιάς τον υποδέχτηκε στο γραφείο του και τον κοίταξε στα μάτια. Είδε πως το αγόρι που είχε φύγει για σπουδές, είχε γυρίσει πίσω ένας ώριμος άντρας.

• Πατέρα, είπε το βασιλόπουλο πλησιάζοντάς τον, δεν θέλω να είμαι ένας Βασιλιάς που θα φοβούνται και θα μισούν. Θέλω να είμαι ο δικός τους άνθρωπος, που θα σέβονται και θα αγαπούν! Δεν θέλω να διατάζω, αλλά να υπηρετώ τους πολίτες.

Ο βασιλιάς χαμογέλασε με συγκίνηση. Ακούμπησε τα χέρια του στους ώμους του γιου του και με φωνή γεμάτη υπερηφάνεια και δάκρυα στα μάτια του είπε:

• Γιε μου, πόσο περήφανο με κάνεις με αυτά που λες! Είσαι έτοιμος να κυβερνήσεις.

Τα λόγια του πρίγκιπα δεν έμειναν υποσχέσεις. Από εκείνη τη μέρα, το βασίλειο άλλαξε. Γιατί ο νέος βασιλιάς απέδειξε αυτό που πολλοί είχαν ξεχάσει: πως η μεγαλύτερη δύναμη της εξουσίας δεν βρίσκεται στο στέμμα ή στα όπλα, αλλά στην καρδιά εκείνου που την κρατά.

ΠΗΓΗ

Κοινοποιήστε
Close Menu