Το υπουργείο επισημαίνει ότι η Ελλάδα βρίσκεται πάνω από δέκα χώρες της ΕΕ στις καθαρές αποδοχές συγκεκριμένων κατηγοριών νοικοκυριών, ενώ τονίζει ότι ο κατώτατος μισθός έχει αυξηθεί κατά 41,5% από το 2019, φτάνοντας τα 920 ευρώ το 2026.
Ολόκληρη η ανακοίνωση του υπουργείου Οικονομικών
«Το ΠΑΣΟΚ και η ΕΛ.Α.Σ. επιχειρούν για ακόμη μία φορά να παρουσιάσουν μια επιλεκτική εικόνα της ελληνικής οικονομίας. Απομονώνουν έναν δείκτη της Eurostat για τους μικτούς ετήσιους μισθούς, αποσιωπούν την εξέλιξη των καθαρών αποδοχών και επιχειρούν να πείσουν ότι η Ελλάδα παραμένει καθηλωμένη στις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης. Μόνο που οι αριθμοί δεν προσαρμόζονται στις ανάγκες της αντιπολίτευσης.
Δέκα χώρες πίσω από την Ελλάδα στις καθαρές αποδοχές και ο κατώτατος μισθός στη χώρα μας είναι σε επίπεδα Πορτογαλίας.
Από το 2019, ο κατώτατος μικτός μισθός έχει αυξηθεί από τα 650 ευρώ στα 920 ευρώ το 2026, δηλαδή κατά 270 ευρώ ή 41,5%.
Παράλληλα, σύμφωνα με τα στοιχεία του πληροφοριακού συστήματος ΕΡΓΑΝΗ, ο μέσος μηνιαίος μισθός των εργαζομένων πλήρους απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα, από 1.264 ευρώ το 2019, έφτασε το 2025 τα 1.516 ευρώ, που αντιστοιχούν σε 21.224 ευρώ ετησίως με αναγωγή σε 14 μισθούς.
Ο δε δείκτης μισθολογικού κόστους, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, μεταξύ δευτέρου τριμήνου 2019 και δευτέρου τριμήνου 2026 καταγράφει αύξηση 38,6%, έναντι αύξησης του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή κατά 24,4% το ίδιο διάστημα. Τα στοιχεία δείχνουν ότι, παρά το διεθνές πληθωριστικό σοκ και τις διαδοχικές κρίσεις των τελευταίων ετών, ο δείκτης μισθολογικού κόστους στην Ελλάδα έχει αυξηθεί σημαντικά περισσότερο από το γενικό επίπεδο τιμών.
Σε ό,τι αφορά τις ευρωπαϊκές συγκρίσεις, τα στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι το δεύτερο εξάμηνο του 2026, με βάση τη δωδεκάμηνη αναγωγή, ο κατώτατος μισθός στην Ελλάδα βρίσκεται στα 1.073 ευρώ, στο ίδιο επίπεδο με την Πορτογαλία και αισθητά υψηλότερα από χώρες όπως η Τσεχία, η Σλοβακία, η Ουγγαρία, η Ρουμανία και η Βουλγαρία.
Υπάρχει, όμως, και ένας ακόμη κρίσιμος δείκτης, τον οποίο το ΠΑΣΟΚ και η ΕΛ.Α.Σ. επιλέγουν συνειδητά να αφήσουν έξω από τη συζήτηση: οι καθαρές αποδοχές.
Για τον εργαζόμενο, σημασία έχει πόσα χρήματα μένουν στην τσέπη του μετά την αφαίρεση των φόρων και των ασφαλιστικών εισφορών. Αυτά τα χρήματα, σε συνδυασμό με το επίπεδο των τιμών, καθορίζουν την πραγματική αγοραστική του δύναμη. Και εδώ η ευρωπαϊκή κατάταξη, πάλι σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, παρουσιάζει μια πολύ διαφορετική εικόνα από εκείνη που επιχειρεί να καλλιεργήσει η αντιπολίτευση.
Σε όλους τους τύπους νοικοκυριών, οι μέσες καθαρές ετήσιες αποδοχές έχουν αυξηθεί σημαντικά μετά το 2019.
Για παράδειγμα, στα μονοπρόσωπα νοικοκυριά οι καθαρές μέσες ετήσιες αποδοχές, από 15.112 ευρώ το 2019, διαμορφώνονται στα 21.498 ευρώ το 2025, καταγράφοντας αύξηση 42,3%. Η Ελλάδα βρίσκεται πλέον πάνω από δέκα χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη σχετική κατάταξη: Ρουμανία, Βουλγαρία, Ουγγαρία, Κροατία, Σλοβακία, Λετονία, Πολωνία, Λιθουανία, Τσεχία και Πορτογαλία.
Σε νοικοκυριά δύο εργαζομένων με δύο παιδιά, με αποδοχές ίσες με τον μέσο όρο, οι καθαρές ετήσιες αποδοχές ανέρχονται το 2025 σε 51.867 ευρώ, έναντι 37.995 ευρώ το 2019, καταγράφοντας αύξηση 36,5%. Και σε αυτή την κατηγορία, η Ελλάδα βρίσκεται πάνω από δέκα χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Παραπλήσιες αυξήσεις και αντίστοιχη κατάταξη παρουσιάζονται και στους άλλους τύπους νοικοκυριών, ακόμη και όταν οι συγκρίσεις γίνονται σε μονάδες αγοραστικής δύναμης αντί σε ευρώ.
Αυτά τα στοιχεία γιατί δεν τα αναφέρουν το ΠΑΣΟΚ και η ΕΛ.Α.Σ.; Γιατί αποσιωπούν ότι οι καθαρές αποδοχές στην Ελλάδα έχουν αυξηθεί σημαντικά μετά το 2019; Γιατί παραλείπουν ότι η Ελλάδα βρίσκεται πάνω από δέκα χώρες της ΕΕ στη σχετική κατάταξη;
Η απάντηση είναι προφανής. Γιατί η βελτίωση των αποδοχών δεν χωράει στο αφήγημα της γενικευμένης αποτυχίας που επιχειρούν να κατασκευάσουν.
Ασφαλώς, κανείς δεν ισχυρίζεται ότι οι μισθοί και τα εισοδήματα στην Ελλάδα έχουν φτάσει εκεί που θέλουμε. Η απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο παραμένει, η ακρίβεια εξακολουθεί να πιέζει τα νοικοκυριά και η ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης αποτελεί διαρκή προτεραιότητα.
Ακριβώς γι’ αυτό η κυβέρνηση συνεχίζει την πολιτική αύξησης των πραγματικών μισθών, μείωσης των φόρων και ενίσχυσης του διαθέσιμου εισοδήματος. Παράλληλα, παρεμβαίνει με έκτακτα μέτρα στήριξης κάθε φορά που οι διεθνείς κρίσεις επιβαρύνουν την καθημερινότητα των πολιτών, αξιοποιώντας τις δυνατότητες που δημιουργεί η δημοσιονομική σταθερότητα.
Ωστόσο, η συνολική εικόνα της ελληνικής οικονομίας από το 2019 αποτυπώνει μεγάλη μείωση της ανεργίας, αύξηση της απασχόλησης, ενίσχυση των πραγματικών εισοδημάτων και της κατά κεφαλήν κατανάλωσης, μείωση της απόλυτης φτώχειας, αύξηση των καταθέσεων των νοικοκυριών και περιορισμό του χρέους τους σε σχέση με το διαθέσιμο εισόδημά τους.
Το ΠΑΣΟΚ και η ΕΛ.Α.Σ. μπορούν να συνεχίσουν να αναζητούν τους αριθμούς που τους βολεύουν. Η κυβέρνηση θα συνεχίσει να παράγει αποτελέσματα που ωφελούν τους πολίτες».
Τι υποστηρίζουν ΠΑΣΟΚ και ΕΛ.Α.Σ.
Η ανακοίνωση του υπουργείου έρχεται μετά την κριτική που άσκησε την Παρασκευή το ΠΑΣΟΚ, επικαλούμενο στοιχεία της Eurostat, σύμφωνα με τα οποία η Ελλάδα βρίσκεται στην προτελευταία θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον μέσο ετήσιο μικτό μισθό πλήρους απασχόλησης.
Σύμφωνα με το ΠΑΣΟΚ, ο μέσος ετήσιος μισθός στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στα 18.772 ευρώ το 2025, έναντι 41.464 ευρώ στην ΕΕ. Το κόμμα επισημαίνει ότι την περίοδο 2019-2025 οι ελληνικοί μισθοί αυξήθηκαν ονομαστικά κατά 17,6%, έναντι 26,5% στην ΕΕ, ενώ η αναλογία τους προς τον ευρωπαϊκό μέσο όρο μειώθηκε από 48,7% σε 45,3%.
Παράλληλα, σημειώνει ότι το γενικό επίπεδο τιμών αυξήθηκε κατά 19,8% και οι τιμές των τροφίμων κατά 35,5% την ίδια περίοδο, υποστηρίζοντας ότι η ακρίβεια έχει εξανεμίσει τις ονομαστικές αυξήσεις των αποδοχών.
Στο ίδιο ζήτημα παρενέβη σήμερα, Σάββατο, ο τομεάρχης Οικονομικών της ΕΛ.Α.Σ., Φραγκίσκος Κουτεντάκης, ο οποίος υποστήριξε ότι η Ελλάδα απομακρύνεται μισθολογικά από την υπόλοιπη Ευρώπη.
«Έξι χρόνια μετά, ο μέσος μισθός αγοράζει λιγότερα. Η κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει αυτή την αποτυχία. Οι εργαζόμενοι χρειάζονται πραγματικές αυξήσεις και ουσιαστική προστασία από την ακρίβεια. Οι επικοινωνιακές φιέστες δεν βγάζουν τον μήνα» ανέφερε χαρακτηριστικά.




