Η πρόσφατη κατάσταση στη Μέση Ανατολή έχει αναδείξει νέες δυναμικές, επαναφέροντας τη στρατηγική αλληλεπίδραση ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ, η οποία υφίσταται προκλήσεις εξαιτίας διαφορών στις προτεραιότητες των δύο κρατών.
Για πολλές δεκαετίες, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ έχουν διατηρήσει έναν στενό στρατηγικό δεσμό, βασισμένο σε κοινά συμφέροντα και την ανάγκη αντιμετώπισης της ιρανικής απειλής, περιλαμβανομένου του «Άξονα Αντίστασης». Η πορεία της ιρανικής κρίσης θα εξαρτηθεί όχι μόνο από στρατιωτικές εξελίξεις αλλά και από πολιτικές αποφάσεις που θα καθορίσουν την μορφή της αμερικανικής υποστήριξης προς το Ισραήλ.
Μια πρόσφατη ανάλυση του Τζιμ Ζανότι από την Υπηρεσία Ερευνών του Κογκρέσου (CRS), με τίτλο «Ισραήλ: Κύρια ζητήματα και σχέσεις με τις ΗΠΑ», τονίζει ότι οι επιθέσεις της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023 οδήγησαν σε εκτεταμένες ισραηλινές στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Γάζα και σε μια διαρκή αντιπαράθεση Ισραήλ – Χαμάς. Από τότε, το Ισραήλ έχει επιδιώξει να εξουδετερώσει απειλές στα σύνορά του, να θεσπίσει ζώνες ασφαλείας σε Γάζα, Νότιο Λίβανο και Νότια Συρία, και να εκτελέσει, σε συνεργασία με τις ΗΠΑ, επιθετικές επιχειρήσεις κατά του Ιράν.
Παρά τις πρόσφατες στρατιωτικές επιτυχίες κατά του Ιράν και του «Άξονα Αντίστασης», το Ισραήλ έχει υποστεί απώλειες σε στρατιωτικό επίπεδο (παραίτηση μέσων και προσωπικού, συνεχής κινητοποίηση εφέδρων, υψηλό οικονομικό αντίκτυπο και πίεση στην αμυντική βιομηχανία) καθώς και στο εσωτερικό (κοινωνική φθορά, ανθρώπινες απώλειες, οικογενειακές πιέσεις από ομήρους και πολιτικές έριδες).
Ταυτόχρονα, στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, η συζήτηση σχετικά με το κόστος και τις επιπτώσεις της αμερικανικής στήριξης προς το Ισραήλ κερδίζει έδαφος. Η κυβέρνηση Τραμπ ενημέρωσε το Κογκρέσο για νέες πωλήσεις όπλων που υπερβαίνουν τα 19 δισ. δολάρια για την περίοδο 2025 – 2026, εν μέσω αυξανόμενων κοινοβουλευτικών αντιρρήσεων. Επίσης, προγραμματίζεται η μετατροπή της στρατιωτικής βοήθειας σε κοινά αμυντικά προγράμματα μετά το 2028, όπου οι ΗΠΑ θα επικεντρωθούν στην κοινή ανάπτυξη και παραγωγή νέων οπλικών συστημάτων.
Η σύγκρουση ΗΠΑ – Ισραήλ – Ιράν έχει διαμορφώσει καθοριστικά την περιφερειακή ασφάλεια στη Μέση Ανατολή. Παρόλο που οι Συμφωνίες του Αβραάμ ενίσχυσαν τη σχέση του Ισραήλ με ορισμένα αραβικά κράτη, οι επιχειρήσεις στη Γάζα προκάλεσαν σοβαρές αντιδράσεις από χώρες όπως η Σαουδική Αραβία και η Τουρκία. Ωστόσο, οι χώρες του Κόλπου παραμένουν προσηλωμένες στη στρατηγική συνεργασία με τις ΗΠΑ, και όπου είναι δυνατόν, με το Ισραήλ για την αντιμετώπιση κοινών περιφερειακών απειλών, όπως το Ιράν. Ένα παράδειγμα αυτής της συνεργασίας είναι η αμυντική σύμπραξη του Ισραήλ με τα Εμιράτα, η οποία ξεκίνησε το 2020 και συνεχίζεται.
Στρατιωτική συνεργασία και ο ρόλος του Κογκρέσου
Η αμερικανική στρατηγική προς το Ισραήλ διατηρείται σταθερή εδώ και δεκαετίες, καθώς διάφορες κυβερνήσεις και το Κογκρέσο ερμηνεύουν τη συνεργασία ως κρίσιμη για τα κοινά στρατηγικά συμφέροντα και την αντιμετώπιση απειλών από κρατικούς και μη κρατικούς δρώντες στη Μέση Ανατολή.
Αυτή η συνεχιζόμενη στρατιωτική βοήθεια ανά άνω των 3,8 δισ. δολαρίων ετησίως βασίζεται σε σειρά νόμων του Κογκρέσου από τη δεκαετία του 1970, συμβάλλοντας στην ανάπτυξη των ισραηλινών στρατιωτικών ικανοτήτων.
Σύμφωνα με συμφωνία του 2016, οι Ηνωμένες Πολιτείες υποχρεώθηκαν να παρέχουν στο Ισραήλ 3,3 δισ. δολάρια ετησίως σε στρατιωτική βοήθεια, μαζί με 500 εκατ. δολάρια ετησίως για κοινά προγράμματα αντιπυραυλικής άμυνας μέχρι το 2028, υπό την προϋπόθεση έγκρισης από το Κογκρέσο. Επίσης, προβλέπεται δυνατή πρόσθετη χρηματοδότηση σε περιόδους κρίσεων ή πολέμου.
Από τα μέσα της δεκαετίας του 2010, οι απόψεις στο Κογκρέσο έχουν διχαστεί σχετικά με τη στρατιωτική συνεργασία. Ορισμένοι Αμερικανοί βουλευτές καλούν σε αναστολή ή περιορισμό συγκεκριμένων πωλήσεων όπλων προς το Ισραήλ, ενώ άλλοι υποστηρίζουν την ενίσχυση της στρατιωτικής συνεργασίας.
Αντιμετώπιση του Ιράν και των συμμάχων του μετά τον Οκτώβριο 2023
Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις του Ισραήλ στη Γάζα, τον Λίβανο και τη Συρία, καθώς και οι επιθέσεις κατά του Ιράν θεωρούνται στρατηγική απόφαση με στόχο την εξάλειψη απειλών από περιφερειακούς αντιπάλους υποστηριζόμενους από την Τεχεράνη. Αυτή η στρατηγική περιλαμβάνει:
● Εξουδετέρωση των απειλών στα σύνορα του Ισραήλ με στοχευμένες επιθέσεις.
● Ανάπτυξη στρατιωτικών δυνάμεων σε προωθημένες θέσεις για τη δημιουργία ασφαλών περιοχών σε Γάζα, Λίβανο και Συρία.
● Άμεσες επιθέσεις κατά του Ιράν σε συνεργασία με τις ΗΠΑ.
Μετά το 2023, η κοινή γνώμη στο Ισραήλ στήριξε τις στρατιωτικές ενέργειες, αν και υπάρχει διχασμός όσον αφορά το συνολικό κόστος αυτών των πολέμων.
Τον Μάρτιο του 2026, ο πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου δήλωσε ότι η νέα στρατηγική ασφάλειας του Ισραήλ περιλαμβάνει «έλεγχο ζωνών σε εχθρικά εδάφη» στη Γάζα, τον νότιο Λίβανο και τη νότια Συρία. Μετά τις επιθέσεις της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023:
● Οι ισραηλινές δυνάμεις έχουν σκοτώσει δεκάδες χιλιάδες Παλαιστίνιους στη Γάζα.
● Μεγάλος αριθμός του παλαιστινιακού πληθυσμού έχει εκτοπιστεί και βρίσκεται σε ανθρωπιστική κρίση.
● Περισσότερο από ένα εκατομμύριο άνθρωποι έχουν εκτοπιστεί στον Λίβανο με σοβαρές στιβαρές καταστροφές.
● Η στρατιωτική παρουσία του Ισραήλ έχει αυξηθεί στη Δυτική Όχθη, με συνεχείς εντάσεις και συγκρούσεις που συνδέονται με τις οικιστικές επεκτάσεις.
Στρατιωτική υπεροχή χωρίς οριστική λύση
Από τον Οκτώβριο του 2023, το Ισραήλ έχει σημειώσει σημαντικές στρατηγικές νίκες εναντίον του «Άξονα Αντίστασης». Η πτώση του Σύρου προεδρεύοντος Μπασάρ Αλ Άσαντ τον Δεκέμβριο του 2024 περιορίζει την ικανότητα της Τεχεράνης να χρησιμοποιεί τη Συρία ως στρατηγικό κόμβο μεταφοράς όπλων.
Στις αρχές του 2026, με τη βοήθεια των ΗΠΑ, το Ισραήλ επιτέθηκε στο Ιράν προκειμένου να αποδυναμώσει το καθεστώς, αλλά δεν πέτυχε την ανατροπή του. Πάντως, αν και το Ισραήλ καταγράφει επιτυχίες σε πολλαπλά μέτωπα, δεν έχει κατορθώσει να επιτύχει μακροπρόθεσμα αποτελέσματα που θα μπορούσαν να επιτρέψουν τη μετάβαση προς μια σταθερή ειρηνική κατάσταση.
Ισραηλινές εκλογές 2026
Καθ’ οδόν προς τις εκλογές του Οκτωβρίου 2026, το πολιτικό κλίμα στο Ισραήλ είναι ιδιαίτερα τεταμένο με θεσμικές συγκρούσεις και συνεχιζόμενη αστάθεια γύρω από την ηγεσία του Νετανιάχου. Ο πρωθυπουργός και το κόμμα Likud έχουν κυριαρχήσει στη πολιτική ζωή από το 2009, εκτός από την περίοδο 2021 – 2022, όπου διαμορφώθηκε κυβέρνηση χωρίς τη συμμετοχή τους. Ο Νετανιάχου, από το 2020, αντιμετωπίζει μακροχρόνιες δικαστικές υποθέσεις για διαφθορά.
Η αντιπολίτευση παρουσιάζεται κατακερματισμένη αλλά ανανεωμένη, με βασικούς παίκτες τον Ναφτάλι Μπένετ, τον Γιαΐρ Λαπίντ και τον πρώην αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Γκάντι Άιζενκοτ. Η ίδρυση του κοινού σχήματος Beyachad από τους Μπένετ και Λαπίντ, καθώς και η προώθηση του νέου κόμματος Yashar του Άιζενκοτ, φέρνουν αλλαγές στο πολιτικό τοπίο.
Παρ’ όλα αυτά, οι περισσότερες δημοσκοπήσεις δεν δείχνουν ότι κανένα πολιτικό μπλοκ μπορεί να εξασφαλίσει σίγουρη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, γεγονός που θα οδηγήσει σε μετεκλογικές διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό κυβέρνησης.
Σε περίπτωση αδιεξόδου, εξετάζεται η δημιουργία είτε ενός ευρύτερου συνασπισμού με συμμετοχή του Likud και μετριοπαθών αντιπάλων είτε μιας μεταβατικής κυβέρνησης μέχρι τη διεξαγωγή νέων εκλογών το 2027. Τα τρία κυριότερα θέματα που κυριαρχούν είναι:
● Η υποχρεωτική στρατιωτική θητεία των υπερορθόδοξων (Haredi).
● Η ανάγκη διερεύνησης των γεγονότων της 7ης Οκτωβρίου 2023.
● Οι προτεινόμενες αλλαγές στο δικαστικό σύστημα και η θέση της πολιτικής εξουσίας στη δικαστική εξουσία, που θεωρείται υπερβολικά ισχυρή.
Συνολικά, το Ισραήλ εισέρχεται σε προεκλογική περίοδο με σημαντική πολιτική αβεβαιότητα και θεσμικές έριδες.
Πιθανή αναθεώρηση της στρατιωτικής συνεργασίας ΗΠΑ – Ισραήλ
Μετά το 2023, το Κογκρέσο έχει αυξήσει δραστικά την επιτήρηση στις στρατιωτικές πωλήσεις και την αμυντική βοήθεια προς το Ισραήλ, εξαιτίας της κλιμάκωσης των συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή. Παρόλα αυτά, η αμερικανική κυβέρνηση έχει επικροτήσει ή προτείνει σημαντικές εξαγωγές όπλων προς το Ισραήλ, συνήθως με διαδικασίες ταχείας έγκρισης ή με τη χρήση έκτακτων προεδρικών εξουσιών για να συντομευτούν οι διαδικασίες εποπτείας.
Διάφοροι γερουσιαστές έχουν καταθέσει προτάσεις για να εμποδίσουν ορισμένες πωλήσεις όπλων, χωρίς, ωστόσο, να έχουν επιτύχει μέχρι στιγμής. Παράλληλα, παρατηρούνται εντάσεις ανάμεσα στην εκτελεστική εξουσία και μέλη του Κογκρέσου για την τήρηση των διαδικασιών ενημέρωσης και έγκρισης.
Αναμένοντας τον νέο δεκαετή στρατηγικό πλαίσιο συνεργασίας μετά το 2028, ΗΠΑ και Ισραήλ εξετάζουν τη σταδιακή μείωση της άμεσης χρηματοδότησης και την εστίαση σε κοινές ερευνητικές και αναπτυξιακές πρωτοβουλίες. Ακόμα, στην περιοχή των πληροφοριών, προωθείται η διεύρυνση της συνεργασίας σε επίπεδο δεδομένων και πληροφοριών, τόσο ανάμεσα στις δύο χώρες όσο και με άλλα κράτη που συμμετέχουν στις Συμφωνίες του Αβραάμ.
Εν κατακλείδι, το Κογκρέσο επιδιώκει να ισορροπήσει ανάμεσα στη δυνατή στρατιωτική στήριξη προς το Ισραήλ και την ανάγκη για περισσότερο έλεγχο και διαφάνεια στη μελλοντική συνεργασία Ουάσιγκτον – Τελ Αβίβ.
Ο ρόλος του Κογκρέσου και βασικά ερωτήματα
Το Κογκρέσο μπορεί να επηρεάσει και να ρυθμίσει την αμερικανική πολιτική προς το Ισραήλ και τη Μέση Ανατολή μέσω νομοθετικών και εποπτικών μηχανισμών. Έχει τη δυνατότητα να υποστηρίζει, τροποποιεί ή να απορρίπτει κυβερνητικές κινήσεις, ενώ μπορεί να αξιολογεί προτάσεις που αφορούν τη συνεργασία με περιφερειακούς εταίρους ή τον περιορισμό ενεργειών που θεωρούνται αποσταθεροποιητικές.
Σε αυτό το πλαίσιο, το Κογκρέσο καλείται να απαντήσει σε μια σειρά κρίσιμων ερωτημάτων, όπως:
● Πώς επηρεάζουν οι ισραηλινές στρατιωτικές ενέργειες τα αμερικανικά συμφέροντα και τη σταθερότητα της περιοχής;
● Η στρατιωτική βοήθεια προς το Ισραήλ πρέπει να αυξηθεί, να μειωθεί ή να συνοδευτεί με προϋποθέσεις;
● Πώς επηρεάζονται οι στρατιωτικές δυνατότητες των ΗΠΑ, ειδικά σε σχέση με τα αποθέματα κρίσιμου αμυντικού υλικού;
● Πρέπει το Ισραήλ να διατηρεί σταθερή στρατιωτική παρουσία σε ζώνες ασφαλείας (Γάζα, Λίβανος, Συρία) και ποιες συνέπειες θα έχει αυτό για τη σταθερότητα της περιοχής;
● Ποιες είναι οι επιπτώσεις που έχουν οι ισραηλινές ενέργειες σε χώρες όπως η Τουρκία, η Αίγυπτος, η Ιορδανία και τα αραβικά κράτη του Κόλπου, καθώς και στις ίδιες τις σχέσεις ΗΠΑ – Ισραήλ;
Ιδιαίτερα ανησυχητικές είναι οι σχέσεις Ισραήλ – Τουρκίας, οι οποίες παραμένουν τεταμένες, κυρίως λόγω των συγκρούσεων στη Γάζα και της πολιτικής στήριξης που παρέχει η Άγκυρα στη Χαμάς.
Οι εντάσεις επεκτείνονται και στη Συρία, όπου οι δύο χώρες τείνουν να επιδιώκουν αντίθετους στρατηγικούς στόχους. Ειδικότερα, το Ισραήλ προσπαθεί να αποτρέψει την ενίσχυση της τουρκικής στρατιωτικής παρουσίας και τη δημιουργία μόνιμων υποδομών στα βόρεια σύνορα, ενώ η Τουρκία εστιάζει στο να διατηρήσει την επιρροή της στις βόρειες περιοχές της χώρας και να περιορίζει τις κουρδικές δυνάμεις.
Ανεξάρτητα από τις διαφωνίες, υπάρχουν ορισμένα συγκλίνοντα στρατηγικά συμφέροντα, κυρίως σχετικά με την ανάσχεση της ιρανικής επιρροής και την καταπολέμηση φιλοϊρανικών οργανώσεων στη Συρία. Επιπλέον, και οι δύο πλευρές επιδιώκουν την σταθερότητα και την αποφυγή μιας άμεσης στρατιωτικής σύγκρουσης.
Παρά προσδοκίες ότι η σύνοδος κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα θα μπορούσε να ανοίξει δρόμους για βελτίωση στις σχέσεις Τουρκίας – Ισραήλ, δεν παρατηρήθηκαν σημαντικά αποτελέσματα. Ωστόσο, οι δύο χώρες διατηρούν ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας για τη διαχείριση κρίσεων και την περιφερειακή ασφάλεια.
Η ιρανική κρίση επιβεβαίωσε ότι, παρά τις διαφορετικές απόψεις, η στρατηγική σχέση ΗΠΑ – Ισραήλ παραμένει ισχυρή. Η επίθεση κατά του Ιράν και των συμμάχων του συνεχίζει να είναι η καρδιά της συνεργασίας, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες θεωρούν το Ισραήλ κεντρικό παράγοντα στη διαμόρφωση της περιφερειακής ισορροπίας στη Μέση Ανατολή.
Η επόμενη φάση αυτής της σχέσης δεν θα διαφανεί μόνο μέσω στρατιωτικής συνεργασίας αλλά και από την ικανότητα των δύο χωρών να χειριστούν τις διαφορετικές τους προσεγγίσεις στην πολιτική για τη Γάζα, το Ιράν και την ασφάλεια της περιοχής στο μέλλον.
* Ο Βασίλης Γιαννακόπουλος είναι ταξίαρχος ε.α. της Π.Α., γεωστρατηγικός αναλυτής ([email protected])




