Πριν λίγες ώρες, η Τουρκία ανακοίνωσε την πρόθεσή της να αναπτύξει ένα εκτενές ναυτικό οπλικό πρόγραμμα, το οποίο θα μπορούσε να τη «μεταμορφώσει» από περιφερειακή δύναμη σε στρατηγική κατάσταση μέσου μεγέθους σε τρεις θάλασσες. Αυτές οι εξελίξεις δεν περνούν απαρατήρητες από την Αθήνα. Ορισμένοι αναλυτές τις βλέπουν ως «αντίκτυπο» στη γεωστρατηγική πίεση που αισθάνεται η Άγκυρα, ενώ άλλοι φοβούνται, δεδομένου ότι περιλαμβάνουν πυρηνοκίνητα υποβρύχια, ένα λειτουργικό αεροπλανοφόρο για drones και εγχώρια αντιτορπιλικά αεράμυνας. Είναι απλά μπλόφα ή συνιστούν πραγματική απειλή για την Ελλάδα και την Κύπρο;
Ας εξετάσουμε την κατάσταση: Γι’ αυτήν, η σταδιακή και συστηματική αναβάθμιση της τουρκικής ναυτικής και αεροναυτικής ικανότητας δεν είναι απλώς μια ακόμα προσπάθεια εξοπλισμού, αλλά μια βαθιά στρατηγική μεταμόρφωση που μπορεί να επηρεάσει καθοριστικά την ισορροπία δυνάμεων στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο για τις επόμενες δεκαετίες. Ενώ η Αθήνα επενδύει σε νέες φρεγάτες, σύγχρονα μαχητικά και σε ενίσχυση της αποτροπής, η Τουρκία φαίνεται να στοχεύει σε μια νέα στρατιωτική παρουσία: από περιφερειακή δύναμη πρόβλεψης ισχύος σε ναυτική δύναμη που μπορεί να λειτουργεί σε πολλαπλά θέατρα, με διαρκή επιχειρησιακή παρουσία και στρατηγική αυτονομία.

Οι προγραμματισμοί της Τουρκίας
Η ελληνική ανησυχία δεν περιορίζεται μόνο στην ποσότητα των νέων μονάδων, αλλά κυρίως στη φύση αυτών των προγραμμάτων. Η ανάπτυξη drone carriers, προηγμένων υποβρυχίων και μελλοντικών αεροπλανοφόρων, σε συνδυασμό με τις πυρηνικές στοχεύσεις, προσφέρει για πρώτη φορά την προοπτική ενός τουρκικού στρατού ικανό να επιχειρεί ταυτόχρονα στο Αιγαίο, την Ανατολική Μεσόγειο, την Κύπρο και άλλες ευρύτερες ζώνες, ασκώντας στρατηγική πίεση. Για τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις, αυτό σημαίνει ότι η επόμενη δεκαετία δεν αφορά μόνο τη διατήρηση των ισορροπιών, αλλά και μια συνεχή αναμέτρηση με τον τουρκικό ναυτικό δόγμα που εξελίσσεται ραγδαία.
Η Τουρκία φαίνεται να μετασχηματίζει την ναυτική της κατεύθυνση, από μια παραδοσιακή περιφερειακή δύναμη σε έναν πιο φιλόδοξο παίκτη με προοπτική στην ανοιχτή θάλασσα, με συνεχή επένδυση σε στρατηγικά προγράμματα, όπως νέα εγχώρια υποβρύχια και πυρηνικές φιλοδοξίες. Αυτή η στρατηγική δεν προγραμματίζει μόνο τον εκσυγχρονισμό της, αλλά στοχεύει να καταστεί η Άγκυρα αυτόνομη ναυτική δύναμη, με ικανότητες λειτουργίας στην Ανατολική Μεσόγειο, το Αιγαίο, τη Μαύρη Θάλασσα, την Ερυθρά Θάλασσα και ενδεχομένως στον Ινδικό Ωκεανό.

Τα προγράμματα
Σε μία από τις πιο φιλόδοξες κινήσεις που προβάλλει η τουρκική προπαγάνδα, η Άγκυρα έχει ανακοινώσει τη στρατηγική της για την ανάπτυξη πυρηνοκίνητου υποβρυχίου, γνωστού ανεπίσημα ως πρόγραμμα NÜKDEN. Παρά το γεγονός ότι σήμερα η Τουρκία δεν κατέχει κανένα λειτουργικό πυρηνικό υποβρύχιο ούτε έχει ωριμάσει πρόγραμμα για την κατασκευή τέτοιων πλοίων, η δημόσια συζήτηση για την πυρηνική πρόωση υποδεικνύει ότι η ηγεσία της κατανοεί τη σημασία αυτών των συστημάτων ως στρατηγικό εργαλείο στο μέλλον.
Όπως δείχνει η ιστορία, η Τουρκία έχει ανακοινώσει πληθώρα μεγαλόπνοων προγραμμάτων που συχνά δεν προχωρούν ή καθυστερούν. Ωστόσο, κάποια από αυτά ήδη υλοποιούνται.
Όσον αφορά τα νέα ναυτικά προγράμματα της Τουρκίας, η διαδικασία παραμένει απαιτητική, καθώς απαιτεί την ανάπτυξη ναυτικού πυρηνικού αντιδραστήρα, επαρκούς καυσίμου και τεχνογνωσίας που έχουν αποκτήσει μόνο ελάχιστες μεγάλες δυνάμεις. Έτσι, η πραγματική ανάπτυξη πυρηνικής ικανότητας εκτιμάται ότι θα έχει ορίζοντα υλοποίησης μετά το 2035 και δεν αποτελεί άμεση απειλή.
Το πιο εντυπωσιακό πρόγραμμα υποβρυχίων της Τουρκίας είναι το MILDEN (MilliDenizaltı), το πρώτο πλήρως εθνικό πρόγραμμα εξελιγμένου συμβατικού υποβρυχίου, το οποίο αναμένεται να στηρίζεται σε diesel–electric τεχνολογία με σύστημα AirIndependentPropulsion (AIP), εκτόπισμα περίπου 2.700 τόνων και προγραμματισμένη operational ένταξη στα τέλη της δεκαετίας του 2020 ή στις αρχές του 2030. Το MILDEN θα λειτουργεί ως τεχνολογικό θεμέλιο για την Τουρκία όσο αφορά την κατασκευή μελλοντικά εξελιγμένων συστημάτων, ακόμα και πυρηνικών.
Ταυτόχρονα, η Άγκυρα έχει κάνει το βήμα προς την αεροναυτική ισχύ μέσω του ελικοπτεροφόρου TCGAnadolu, το οποίο μετά την αποτυχία συμμετοχής στο πρόγραμμα F-35B, ανασχεδιάστηκε σε drone carrier. Το Anadolu θα λειτουργεί ως πλατφόρμα για μη επανδρωμένα αεροσκάφη όπως τα Bayraktar TB3 και το Kızılelma, παρέχοντας στην Τουρκία δυνατότητες σε αμφίβιες επιχειρήσεις, εναέριας παρακολούθησης και στρατηγικής παρουσίας με χαμηλότερο κόστος σε σύγκριση με τα συμβατικά αεροπλανοφόρα.

Εξίσου σημαντικό είναι το εθνικό πρόγραμμα MUGEM (MilliUçakGemisi), το οποίο αποτελεί το πρώτο πραγματικό αεροπλανοφόρο της Τουρκίας, εκτοπίσματος περίπου 60.000 τόνων και μήκους σχεδόν 285 μέτρων, με δυνατότητα μεταφοράς περίπου 50 αεροσκαφών ή UAVs. Αν ολοκληρωθεί σύμφωνα με τον σχεδιασμό, το MUGEM θα αλλάξει σημαντικά το ρόλο της Τουρκίας από περιφερειακή άμυνα σε εκστρατευτική ναυτική δύναμη. Η αεροπορική του ικανότητα αναμένεται να περιλαμβάνει ναυτικοποιημένες εκδόσεις των HÜRJET, BayraktarTB3, Kızılelma και άλλων νέας γενιάς μη επανδρωμένων συστημάτων.
Η συγκριτική αυτή στρατηγική δεν περιορίζεται σε μεμονωμένα πλοία. Περιλαμβάνει την ανάπτυξη αντιτορπιλικών αεράμυνας TF-2000, υποστηρικτικών συστημάτων, πυραυλικών δυνατοτήτων και ολοκληρωμένου δόγματος για ναυτικές μη επανδρωμένες επιχειρήσεις, γεγονός που δηλώνει ότι η Άγκυρα δημιουργεί σταδιακά ένα πλήρες οικοσύστημα carrier battle group, πέρα από συμβολικά προγράμματα ισχύος.

Δημοσιονομικά ζητήματα
Ο οικονομικός παράγοντας παραμένει κρίσιμος, καθώς τα συγκεκριμένα projects απαιτούν επενδύσεις πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων, τη στιγμή που η τουρκική οικονομία βιώνει υψηλό πληθωρισμό, νομισματική αστάθεια και σοβαρές δημοσιονομικές προκλήσεις. Η βιωσιμότητα αυτών των σχεδίων θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την εγχώρια αμυντική βιομηχανία και την πολιτική υποστήριξη για τη στρατιωτική επέκταση.
Για την Ελλάδα, αυτά τα προγράμματα δεν θεωρούνται άμεση απειλή προς το παρόν, αλλά είναι σαφής ένδειξη ότι η Τουρκία επιδιώκει να αλλάξει δραστικά τις στρατηγικές ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο από τις αρχές της δεκαετίας του 2030 και έπειτα. Το TCG Anadolu και τα ναυτικά UAVs δημιουργούν ήδη νέες επιχειρησιακές παραμέτρους, κυρίως σε επίπεδο επιτήρησης και ταχείας πρόβλεψης στρατηγικής. Το MILDEN αναμένεται να είναι μεγαλύτερη πρόκληση προς το τέλος της δεκαετίας, ενώ ένα ολοκληρωμένο MUGEM ή ένα μελλοντικό πυρηνοκίνητο πρόγραμμα θα μπορούσαν να διαμορφώσουν εκ νέου το επίπεδο ανταγωνισμού μετά το 2035.
Η στρατηγική κατάσταση για την Αθήνα είναι σαφής: η μεγαλύτερη απειλή δεν προέρχεται μόνο από μεμονωμένα οπλικά συστήματα, αλλά από τη συνολική μετάβαση της Τουρκίας σε ναυτική δύναμη πολλαπλών επιπέδων, ικανής να ασκεί διαρκή στρατηγική πίεση. Έτσι, η Ελλάδα θα πρέπει να διατηρήσει υψηλή τεχνολογική και επιχειρησιακή υπεροχή σε φρεγάτες, υποβρύχια, αεροναυτική άμυνα και ανθυποβρυχιακό πόλεμο, προκειμένου να αντεπεξέλθει στην τουρκική αναβάθμιση.




