Δικαίωση για χιλιάδες δανειολήπτες του νόμου Κατσέλη – Νέος τρόπος υπολογισμού των τόκων
Σημαντική δικαστική νίκη για τους δανειολήπτες που έχουν ενταχθεί στον νόμο Κατσέλη αποτελεί η δημοσίευση της απόφασης της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η οποία βάζει τέλος σε μία πολυετή διαμάχη σχετικά με τον τρόπο υπολογισμού των τόκων στα «κόκκινα» δάνεια.
Η απόφαση αναμένεται να επηρεάσει εκατοντάδες χιλιάδες υποθέσεις και να οδηγήσει σε αισθητά χαμηλότερες επιβαρύνσεις για όσους προστατεύονται από δικαστικές αποφάσεις του νόμου 3869/2010.
Η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου αποφάσισε με ευρεία πλειοψηφία (35 ψήφοι υπέρ και 12 κατά) ότι οι τόκοι πρέπει να υπολογίζονται επί της εκάστοτε μηνιαίας δόσης που καταβάλλει ο δανειολήπτης και όχι επί του συνόλου της οφειλής ή του ανεξόφλητου κεφαλαίου, όπως υποστήριζαν οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων και τα funds.
Η ερμηνεία αυτή θεωρείται πιο συμβατή με τον προστατευτικό χαρακτήρα του νόμου Κατσέλη και αποτρέπει υπέρμετρες επιβαρύνσεις που σε πολλές περιπτώσεις οδηγούσαν σε υπερδιπλασιασμό των συνολικών καταβολών.
Η απόφαση αφορά άμεσα όσους έχουν ήδη υπαχθεί στον νόμο Κατσέλη με δικαστική απόφαση, ενώ, δημιουργεί ισχυρό νομολογιακό προηγούμενο και για τις υπόλοιπες εκκρεμείς υποθέσεις. Οι εκτιμήσεις κάνουν λόγο για 250.000 έως και 350.000 δανειολήπτες που ενδέχεται να ωφεληθούν από τη νέα ερμηνεία.
Παρ’ ότι η απόφαση λύνει οριστικά το ζήτημα του τρόπου υπολογισμού των τόκων, δεν απαντά στο θέμα της αναδρομικής επιστροφής ποσών που ενδεχομένως κατεβλήθησαν τα προηγούμενα χρόνια με βάση τον δυσμενέστερο υπολογισμό. Το συγκεκριμένο ζήτημα δεν αποτέλεσε αντικείμενο του προδικαστικού ερωτήματος που τέθηκε από το πρώην Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων και ως εκ τούτου, δεν εξετάστηκε από την Ολομέλεια.
Όπως έχει εξηγήσει και ο δικηγόρος, Δημήτρης Λυρίτσης, που συμμετείχε στη δίκη, ο όρος «αναδρομικότητα» είναι λανθασμένος, τονίζοντας πως η δίκη αφορά καθαρά τη σωστή εφαρμογή του νόμου σχετικά με τον υπολογισμό των επιτοκίων στις ρυθμίσεις χρεών.
Συγκεκριμένα, το ερώτημα που τέθηκε ενώπιον του Αρείου Πάγου ήταν πώς πρέπει να υπολογίζονται τα επιτόκια που προβλέπονται στις ρυθμίσεις του νόμου, όχι αν οι αποφάσεις θα εφαρμοστούν αναδρομικά. Η απόφαση δεν έχει να κάνει με το παρελθόν, αλλά με τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να εφαρμόζεται σωστά ο νόμος στο μέλλον.
Η δημοσίευση του πλήρους σκεπτικού «ανοίγει» τον δρόμο για νέες δικαστικές διεκδικήσεις. Νομικές πηγές εκτιμούν ότι δανειολήπτες που επιβαρύνθηκαν με υψηλότερους τόκους, ενδέχεται να διεκδικήσουν επιστροφές χρημάτων μέσω αγωγών αδικαιολόγητου ή αθέμιτου πλουτισμού κατά τραπεζών και εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων, επικαλούμενοι πλέον τη σαφή θέση του Αρείου Πάγου.
Η υπόθεση έφτασε στην Ολομέλεια ύστερα από προδικαστικό ερώτημα που αφορούσε την ερμηνεία δικαστικής απόφασης για τη διάσωση κύριας κατοικίας. Το βασικό ερώτημα ήταν εάν το επιτόκιο του άρθρου 9 παρ. 2 του νόμου 3869/2010 έπρεπε να υπολογίζεται στο συνολικό κεφάλαιο της οφειλής ή σε κάθε μηνιαία δόση χωριστά. Με τη νέα απόφαση, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε τη δεύτερη εκδοχή, δίνοντας σαφές προβάδισμα στην προστασία των δανειοληπτών.
Η συγκεκριμένη εξέλιξη θεωρείται μία από τις σημαντικότερες παρεμβάσεις των τελευταίων ετών στον χώρο της διαχείρισης ιδιωτικού χρέους, καθώς επηρεάζει άμεσα τη βιωσιμότητα χιλιάδων ρυθμίσεων και ενισχύει τη θέση των δανειοληπτών απέναντι σε τράπεζες, servicers και funds.
Πηγή




