Ο κ. Τασούλας περιγράφει τη μετάβαση στο Προεδρικό Μέγαρο ως μια σημαντική αλλαγή στην καθημερινότητά του, σημειώνοντας πως εκείνο που του λείπει περισσότερο είναι η αυθόρμητη επαφή με την καθημερινή ζωή. Όπως αναφέρει, το πρωτόκολλο, τα αυξημένα μέτρα ασφαλείας και το απαιτητικό πρόγραμμα έχουν περιορίσει την ελευθερία κινήσεών του.
Παρά τη νέα πραγματικότητα, τονίζει ότι εξακολουθεί να βρίσκει χρόνο για συνήθειες που θεωρεί πολύτιμες, όπως το περπάτημα και το διάβασμα, ενώ θεωρεί ότι η ουσιαστική επικοινωνία με τους πολίτες παραμένει αναντικατάστατη.
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στην οικογένειά του, μιλώντας για τη σύζυγό του Φανή Σταθοπούλου και τα δύο παιδιά τους. Ερωτηθείς αν η πολιτική του επέτρεψε να είναι ο σύζυγος και ο πατέρας που επιθυμούσε, απαντά χωρίς δισταγμό: «Όχι», εξηγώντας ότι οι απαιτήσεις της δημόσιας ζωής συνεπάγονται αναπόφευκτες απουσίες από την οικογενειακή καθημερινότητα. Όπως επισημαίνει, η κατανόηση και η στήριξη των δικών του ανθρώπων υπήρξαν καθοριστικές σε όλη τη διαδρομή του.
Ξεχωριστή θέση στη συνέντευξη καταλαμβάνει η ιδιαίτερη πατρίδα του, η Ήπειρος και ειδικότερα τα Ιωάννινα, για τα οποία δηλώνει ότι αποτελούν τον τόπο που σημάδεψε τόσο την προσωπική όσο και την πολιτική του πορεία.
Αναφερόμενος στη σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκφράζει την άποψη ότι η επικοινωνία και η εικόνα έχουν αποκτήσει υπερβολικά μεγάλο βάρος εις βάρος της ουσίας και του έργου. Υποστηρίζει ότι οι πολίτες θα πρέπει να αξιολογούν περισσότερο το αποτέλεσμα και λιγότερο την επικοινωνιακή διαχείριση.
Σχολιάζοντας τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, επισημαίνει ότι δεν διατηρεί προσωπικούς λογαριασμούς, εκφράζοντας επιφυλάξεις για την ανωνυμία, την παραπληροφόρηση και την πόλωση που συχνά αναπτύσσονται στις σχετικές πλατφόρμες.
Ο κ. Τασούλας αναφέρεται επίσης στην κρίση εμπιστοσύνης απέναντι στους θεσμούς, υπογραμμίζοντας ότι η χώρα χρειάζεται μια νέα περίοδο σταθερότητας, με ισχυρούς θεσμούς, αποτελεσματική δημόσια διοίκηση και περιορισμό των παθογενειών του παρελθόντος.
Για τον θεσμικό ρόλο του Προέδρου της Δημοκρατίας επισημαίνει ότι αποστολή του δεν είναι η παρέμβαση στην καθημερινή πολιτική αντιπαράθεση, αλλά η διαφύλαξη της ενότητας, της θεσμικής συνέχειας και της συνοχής του κράτους.
Αναφορά κάνει ακόμη στην προσπάθεια επανένωσης των Γλυπτών του Παρθενώνα, εκτιμώντας ότι η διπλωματία και ο διάλογος μπορούν να οδηγήσουν σε μια λύση με ιδιαίτερο ιστορικό και πολιτιστικό συμβολισμό.
Κλείνοντας τη συνέντευξή του, περιγράφει το όραμά του για μια Ελλάδα με αυτοπεποίθηση, ισχυρή παιδεία και ενότητα. Ερωτηθείς, τέλος, πώς θα ήθελε να τον θυμούνται οι επόμενες γενιές, απαντά με μία σύντομη φράση: «Υπήρξε ένας σοβαρός άνθρωπος».




