«Αυτή τη στιγμή κυριαρχεί η απογοήτευση στην ελληνική κοινωνία, η ΕΛ.Α.Σ. έρχεται με πρόγραμμα, με σχέδιο, ως κυβερνώσα αριστερά και όχι ως αριστερά της διαμαρτυρίας. Ο λόγος γέννησής μας ήταν να υπερβούμε ένα πολιτικό σκηνικό που αδυνατούσε να παίξει τον ρόλο του. Αποστασιοποιούμαστε, λοιπόν, από ένα πολιτικό σκηνικό με εγγενείς αδυναμίες, με στόχο να δημιουργήσουμε εκείνη τη δύναμη που θα μπορέσει να διεκδικήσει τη διακυβέρνηση του τόπου για την πολιτική αλλαγή, αλλά και για την αναγκαία αλλαγή πολιτικής», συνέχισε.
Παράλληλα, «στην ιδρυτική μας διακήρυξη μιλάμε για τη φιλοδοξία να αποτελέσουμε ένα σημείο τομής σύγκλισης τριών διαφορετικών, διακριτών, ιδεολογικών και πολιτικών ρευμάτων στον ευρύτερο χώρο της αριστεράς, όχι όμως αντιπαραθετικών κατ’ ανάγκη. Του ρεύματος της σοσιαλδημοκρατίας, της ριζοσπαστικής αριστεράς και της πολιτικής οικολογίας» τόνισε ο κ. Τσίπρας, περιγράφοντας με νόημα πως «τέτοια πολιτική οικογένεια δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή στο ευρωπαϊκό κοινοβούλιο», ούτε δηλαδή και από τον ΣΥΡΙΖΑ.
«Αυτό, βεβαίως, δεν αποκλείει την πιθανότητα κάποια στιγμή να σχηματιστεί, όταν έρθει η ώρα – είναι μακριά ακόμα η ώρα των ευρωπαϊκών εκλογών, έχουμε μπροστά μας τη μάχη των εθνικών εκλογών – θα πάρουμε τις αποφάσεις μας σε σχέση με την πολιτική οικογένεια στην οποία θα ανήκουμε» παρατήρησε ο πρώην Πρωθυπουργός, ανοίγοντας παράθυρο προς τους Σοσιαλιστές, ενώ «οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αδύναμες και χωρίς σαφή γεωπολιτικό προσανατολισμό δεν έχουν την τόλμη, τη γενναιότητα, να χαράξουν μια σαφή διπλωματική στρατηγική προς όφελος της ευρωπαϊκής ηπείρου: να ενισχύσουν την ευρωπαϊκή αυτονομία, γεωστρατηγική αυτονομία, να διεκδικήσουν την ειρήνη στην Ουκρανία, να διεκδικήσουν τη διπλωματική λύση για τα πυρηνικά στο Ιράν, να διεκδικήσουν τον τερματισμό της γενοκτονίας στη Γάζα, να διεκδικήσουν τη δίκαιη και βιώσιμη λύση του Κυπριακού. Βλέπουμε μια Ευρώπη και οι Ευρωπαίοι ηγέτες δεν στέκονται στο ύψος των περιστάσεων» όπως σημείωσε.
Αναφερόμενος στην εξωτερική πολιτική, ο Πρόεδρος της ΕΛΑΣ ανέφερε ότι «οι τελευταίες εξελίξεις γεννούν πολύ μεγάλες ανησυχίες και σε ό,τι αφορά την ευρωπαϊκή ασφάλεια, αλλά και σε ό,τι αφορά την εθνική ασφάλεια». Επανέλαβε την έντονη διαφωνία του με τη στρατηγική της κυβέρνησης Μητσοτάκη στην εξωτερική πολιτική, «που άφησε το δόγμα της πολυδιάστατης στρατηγικής εξωτερικής πολιτικής που ακολουθούσαν όλες οι κυβερνήσεις από το ’74 και μετά, για να υιοθετήσει ένα δόγμα «λευκής επιταγής», του συμμάχου ο οποίος είναι έτοιμος να πει ναι σε όλα» όπως ισχυρίστηκε. «Η διαφορά μας με τον Κ. Μητσοτάκη είναι ότι εγώ πάντοτε διαπραγματεύτηκα για τα εθνικά συμφέροντα, και όχι για το ιδιωτικό πολιτικό όφελος. Σήμερα μια προσωπική ανασφάλεια μετατρέπεται σε εθνική ανασφάλεια, σε ανασφάλεια της χώρας. Αλλά δεν μπορεί να υπάρξει προοπτική σταθερότητας για τη χώρα χωρίς εθνική ασφάλεια» συμπλήρωσε.
Ο κ. Τσίπρας ανέφερε ότι «δεν μπορεί στην εξωτερική πολιτική να λειτουργούμε με βάση το ότι πρέπει να είμαστε υποτακτικοί, και ότι έτσι με αυτόν τον τρόπο θα μπορούμε να εξευμενίζουμε τις προθέσεις και να ευελπιστούμε στην καλή διάθεση ενός ηγέτη. Ο Πρόεδρος Τραμπ, επειδή τον έχω γνωρίσει, πιστεύω ότι αξιολογεί πάρα πολύ θετικά αυτούς που έχουν μια σταθερή στάση. Και τους ηγέτες, οι οποίοι δεν κρύβονται, αλλά διεκδικούν. Και γι’ αυτό σε ένα μεγάλο βαθμό δείχνει να έχει και ένα θαυμασμό, ανησυχητικό για μας, απέναντι στον Ερντογάν. Η Ελλάδα πού βρίσκεται; Αυτό το μεγάλο ερωτηματικό καταθέτω σήμερα σε αυτή τη συζήτηση. Και λέω ότι δυστυχώς, κατά τη γνώμη μου. Προκειμένου κάποιος να εξυπηρετήσει μια στρατηγική πρόσκαιρου πολιτικού οφέλους, θέτει σε κίνδυνο το εθνικό όφελος. Εγώ έκανα το ακριβώς αντίθετο. Παραμέλησα εντελώς το δικό μου πολιτικό όφελος, γνωρίζοντας τι βάρος αναλαμβάνουν στους πλάτες μου, για να λύσω ένα εθνικό θέμα που ταλάνιζε τη χώρα 30 χρόνια. Αυτή είναι η διαφορά», υποστήριξε ο κ. Τσίπρας.
Ως προς τις προτάσεις της ΕΛ.Α.Σ., ο Αλέξης Τσίπρας εξήγησε πως «σε λίγες μέρες θα ανακοινώσουμε αναλυτικά τις προτάσεις μας για τον τρόπο εισαγωγής και όλες αυτές οι απορίες που έχετε, νομίζω δεν θα σας καλυφθούν. Το λύκειό μας, δυστυχώς, έχει γίνει ένας εξεταστικός προθάλαμος στον ΑΕΙ, και οι Ελληνίδες και οι Έλληνες στα ελληνικά νοικοκυριά, σύμφωνα με τις τελευταίες μελέτες και έρευνες, δαπανούν πάνω από 600 εκατομμύρια τον χρόνο σε φροντιστήρια, τα οποία αφορούν κυρίως τις 3 τελευταίες τάξεις του λυκείου. Αυτό είναι μια στρέβλωση. Αυτή η στρέβλωση πρέπει να σταματήσει. Πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη μας μια σειρά από μοντέλα εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση σε όλη την Ευρώπη, να πάρουμε, τις καλύτερες πρακτικές, και να διαμορφώσουμε μια πρόταση, η οποία θα απαλλάσσει αυτή την ευαίσθητη ηλικία, τους νέους ανθρώπους από αυτό το μεγάλο άγχος, από αυτό το μεγάλο φόρτο, που είδαμε ότι έχει και πολύ σημαντικές συναισθηματικές επιπτώσεις. Εμένα προσωπικά, συγκλόνισε αυτή η είδηση 2 μήνες πριν, για 2 κορίτσια που δώσαν ένα τέρμα στη ζωή τους, διότι δεν μπορούσαν να αντέξουν αυτόν τον σκληρό ανταγωνισμό».




